Ένα χειμωνιάτικο Κυριακάτικο ξημέρωμα !

Γράφει η Ευτυχία Λαμπροπούλου

 

Σε μικρότερη ηλικία η Κυριακή ήταν αφιερωμένη στα θρησκευτικά καθήκοντα, περνώντας τα χρόνια οι  ρυθμοί  της ζωής άλλαξαν, τρέχοντας να προλάβουμε την καθημερινότητα χάσαμε την ουσία της. Με αυτές τις σκέψεις ξεκίνησα στις έξι το πρωί  για να πάω στην εργασία μου, καθώς περπατούσα σε ένα τοπίο μελαγχολικό, σκοτεινό χειμωνιάτικο,  ένοιωθα  σα να ήμουν  πρωταγωνίστρια σε ταινία του Αγγελόπουλου σε μια πόλη που αγρυπνούσε ή μόλις  ξυπνούσε.

Αντίκριζα πρόσωπα νέων παιδιών ξάγρυπνα, με σκισμένα τζίν , με μαύρα δερμάτινα ρούχα, με το κινητό στο χέρι,  που είχαν χάσει την ενέργειά τους από το ξενύχτι, νέα κορίτσια με ψηλοτάκουνα  παπούτσια που με το ζόρι στέκονταν πάνω σε αυτά. Από την άλλη κάποιες γιαγιάδες κρατώντας αγκαλιά  το πρόσφορο, με το σάλι τυλιγμένο στο κεφάλι τους για να τις προφυλάσσει από το κρύο να πηγαίνουν στην εκκλησία.

Δύο εικόνες, άκρως αντίθετες μεταξύ τους κι όμως μέσα στο σκοτεινό τοπίο έδειχναν τόσο γοητευτικές, καθώς έφθασα στη στάση δύο παιδιά δεν τα έκανες πάνω από 19 χρονών είχαν στρίψει ένα τσιγάρο και το μοιράζονταν. Κάθισα δίπλα τους περιμένοντας το λεωφορείο είχα χαθεί στο νοερό πρόγραμμα που κατάρτιζα  για την ημέρα που μόλις έμπαινε. Αυτές τις σκέψεις έκοψε μια φωνή, «κυρία, μου δίνεις ένα ευρώ να πάρω κάτι να φάω». Ήξερα καλά πως αυτό το ευρώ δεν θα πήγαινε για φαγητό, επίσης ήθελα να του δώσω κάτι να φάει. Βγάζω από την τσάντα μου ένα κρουασάν και του το δίνω. «Να φάω σου είπα», μου αντιτείνει, «αυτό που δίνεις τι μπορεί να μου κάνει;». Το φαγητό κάποιων ανθρώπων δυστυχώς έμαθα να το μεταφράζω. Κράτησα το κρουασάν παρατεταμένο χωρίς να μιλήσω μέχρι να το πάρει από το χέρι μου και να φύγει… έτσι και έγινε!

Δυστυχώς με την πάροδο του χρόνου, όλο και περισσότερο στο διάβα μου συναντώ νέα παιδιά,  με ευαισθησίες, με δημιουργικές τάσεις, με ανοιχτό μυαλό, με οξυδέρκεια πνεύματος που τελματώνουν, βυθίζονται στον κυκεώνα  των ουσιών…. χωρίς πολλές φορές να αντιλαμβάνονται το πώς και το γιατί.

Εκείνο όμως που τρομάζει περισσότερο από όλα, είναι η απάθεια που δείχνουμε, συνηθίσαμε στην  θέα των ερειπωμένων σωμάτων και ψυχών. Δυστυχώς μάθαμε να αγνοούμε όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας. Χαμένοι στα δικά μας προβλήματα, κλείνουμε τα μάτια και τα αυτιά σε καθετί που δεν μας αρέσει.

Καθώς μπήκα στο λεωφορείο, στο δρόμο για τη δουλειά αναλογιζόμουν πόσες δομές θα έπρεπε να λειτουργούν και όχι να υπολειτουργούν γι αυτούς τους ανθρώπους; Πόσοι φορείς θα έπρεπε να είχαν κινητοποιηθεί;  Τι θα μπορούσε να έχει κάνει το κράτος; Πως θα μπορούσαν να έχουν αξιοποιηθεί όλοι αυτοί οι νέοι που έχουν σπουδάσει ψυχολόγοι , κοινωνικοί λειτουργοί κλπ ανθρωπιστικά επαγγέλματα που φεύγουν για το εξωτερικό ή αναγκάζονται να αλλάξουν κατεύθυνση; Το σημαντικότερο από όλα ,  πως  αυτά τα νέα  παιδιά θα μπορέσουν να βγουν από  αυτό το τέλμα… θα μπορέσουν;

Προτάσεις, θέσεις και αντιπαραθέσεις που έμειναν στα χαρτιά… το συμπέρασμα ένα και τραγικό  με την πάροδο του χρόνου ο άνθρωπος παύει να εξανθρωπίζεται και απανθρωπίζεται!

Το λεωφορείο έφθασε στον προορισμό του… οι ανησυχίες όμως φώλιασαν για τα καλά στο νου και στη ψυχή !

Διαβάστε επίσης