Η αύξηση του ΑΕΠ ως μέσο αύξησης της απασχόλησης και των επενδύσεων

Του γιαννη καρβελη τομεαρχη εργασιας νοδε αχαιας

Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, είναι επιβεβλημένες για την ανάκαμψη της οικονομίας μας και μάλιστα πρέπει να κινούνται σε ένα βασικό τρίπτυχο που θα αφορά, την αγορά εργασίας, την αγορά προϊόντων, αλλά και τη δημόσια διοίκηση.

Οι μεταρρυθμίσεις αυτές αναμένεται να ενισχύσουν το αναπτυξιακό δυναμικό της ελληνικής οικονομίας μακροπρόθεσμα, μέσω της ταχύτερης ανόδου της παραγωγικότητας και της απασχόλησης.

Σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, εκτιμάται ότι θα αυξήσουν το πραγματικό ΑΕΠ κατά 13% περίπου την επόμενη δεκαετία. Μάλιστα, η εκτίμηση αυτή είναι ένα ελάχιστο μέγεθος, με την έννοια ότι δεν μπορούν εύκολα να ποσοτικοποιηθούν, και συνεπώς να συνεκτιμηθούν, μεταρρυθμίσεις, όπως π.χ. η βελτίωση του συστήματος απονομής δικαιοσύνης, η αναμόρφωση του πτωχευτικού δικαίου, ο εξωδικαστικός συμβιβασμός, ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης και, κυρίως, η αποτελεσματική αντιμετώπιση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Ειδικότερα: • Οι διαρθρωτικές αλλαγές στην αγορά εργασίας, πρέπει να έχουν στόχο τη μείωση του ασφαλιστικού κόστους των επιχειρήσεων σε μόνιμη βάση κατά 10%, με ορίζοντα δεκαετίας, έτσι ώστε να οδηγήσουν σε αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 4,5% και σε αύξηση της απασχόλησης και των ιδιωτικών επενδύσεων κατά 3% και 4,5% αντίστοιχα. • Η αύξηση του ανταγωνισμού σε αγορές αγαθών και υπηρεσιών, μέσω της άρσης ρυθμιστικών εμποδίων στην είσοδο νέων επιχειρήσεων και στη λειτουργία τους, θα οδηγήσει σε μειώσεις του περιθωρίου κέρδους των επιχειρήσεων. Αντιστοίχως όμως, μία μείωση του περιθωρίου κέρδους των μη εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών σε μόνιμη βάση κατά 10%, αναμένεται σε ορίζοντα δεκαετίας να οδηγήσει σε αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 4% και σε αύξηση της απασχόλησης και των πραγματικών επενδύσεων κατά 3,7% και 7% αντίστοιχα.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος, τα μακροχρόνια συμπληρωματικά οφέλη για το πραγματικό ΑΕΠ, θα κυμανθούν μεταξύ 0,5% και 4%, όσο θα μειώνεται το χρέος ως ποσοστό του ΑΕΠ κατά 10 εκατοστιαίες μονάδες, και ταυτόχρονα θα υλοποιούνται μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας και στις αγορές αγαθών και υπηρεσιών. Ένα επιπλέον στοιχείο που αξίζει να τονιστεί είναι ότι λόγω της υποχώρησης της εγχώριας ζήτησης και της συρρίκνωσης της κατασκευαστικής δραστηριότητας στην Ελλάδα, πολλές δυναμικές επιχειρήσεις του κατασκευαστικού κλάδου επεκτάθηκαν στο εξωτερικό (Μέση Ανατολή, Βαλκάνια), μετατρέποντας μια δραστηριότητα που παλαιότερα εθεωρείτο μη εμπορεύσιμη σε διεθνώς εμπορεύσιμη. Παράλληλα το τραπεζικό σύστημα, πρέπει άμεσα να επιλύσει το ζήτημα των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Τούτο θα συμβάλει στη μείωση του χρηματοπιστωτικού κινδύνου των τραπεζών και στην αποκλιμάκωση του κόστους χρηματοδότησής τους, καθώς και στην αύξηση της κεφαλαιακής τους επάρκειας. Ως αποτέλεσμα, θα έχουμε τη σταδιακή αύξηση της προσφοράς δανείων και τη μείωση των επιτοκίων δανεισμού για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Κατά τη διαδικασία δε, της εξυγίανσης των μη εξυπηρετούμενων δανείων θα απελευθερωθούν παραγωγικοί πόροι, που, εφόσον αναδιανεμηθούν προς τις πιο παραγωγικές επιχειρήσεις και κλάδους, θα οδηγήσουν σε αύξηση της συνολικής παραγωγικότητας. Με βάση τα προαναφερθέντα μπορεί να υποστηριχθεί ότι η ελληνική οικονομία έχει τις δυνατότητες να περάσει σε μία νέα και πιο υγιή αναπτυξιακή φάση. Για το λόγο αυτό, χρειάζεται επιμονή και αταλάντευτη συνέπεια και κυρίως αποφυγή των λαθών και των οπισθοδρομήσεων του παρελθόντος.