Στη μείωση των δρομολογίων στη γραμμή Ρίου – Αντιρρίου προχωρά η Λιμενική Αρχή της Πάτρας, γεγονός που ήδη προκαλεί αντιδράσεις, καθώς έτσι μειώνονται οι δυνατότητες χρήσης των πλοίων, που είναι πιο οικονομικά από τα διόδια της Γέφυρας.
Οι δύο κοινοπραξίες που εκμεταλλεύονται την γραμμή διαθέτουν ένα κλασικό μονόπλωρο φέρι – μποτ και τέσσερα αμφίδρομα πλοία αντίστοιχα, στα οποία είναι ναυτολογημένοι 14 ναυτικοί τον χειμώνα και 16 το καλοκαίρι, ώστε να μπορούν να εκτελούν διπλές βάρδιες. Όπως οι ίδιες έκαναν γνωστό, η Λιμενική Αρχή Πάτρας τις υποχρεώνει να κάνουν τώρα λιγότερα δρομολόγια, και συγκεκριμένα ανά 40 λεπτά,
αντί για 20 λεπτά που ήταν μέχρι τώρα. Αλλά σύμφωνα με πληροφορίες της «Γνώμης», οι δύο κοινοπραξίες «δεν τα βρίσκουν» ως προς την εκτέλεση των δρομολογίων, γεγονός που ανάγκασε τη Λιμενική Αρχή να καθορίσει αυτή τα δρομολόγια, υιοθετώντας την πρόταση της μιας κοινοπραξίας και με σκοπό να βγαίνουν οι βάρδιες των πληρωμάτων.
Κατά μια άλλη πληροφορία, ένα φέρι μποτ δεν εκτελεί δρομολόγια λόγω του ότι βρίσκεται σε διαδικασία επισκευής. Σε κάθε περίπτωση, το θέμα φέρνουν στη Βουλή με σχετική αναφορά τους προς τον υπουργό Ναυτιλίας, Βασίλη Κικίλια, οι βουλευτές του Κινήματος ∆ημοκρατίας Ραλλία Χρηστίδου, Κυριακή Μάλαμα, Γιώτα Πούλου, Θεοδώρα Τζάκρη και Μιχαήλ Χουρδάκης. «Το αρμόδιο Υπουργείο θα πρέπει να εξετάσει το ζήτημα και να προχωρήσει σε ενέργειες που θα διασφαλίσουν την ομαλή λειτουργία της γραμμής, προς όφελος των επιβατών και των επαγγελματιών μεταφορών.
Η επιστολή της κοινοπραξίας επισημαίνει ότι οι αλλαγές αυτές υποβαθμίζουν την ποιότητα των θαλάσσιων μεταφορών και περιορίζουν τον υγιή ανταγωνισμό στον κλάδο. Ζητείται η
άμεση παρέμβαση της πολιτικής ηγεσίας ώστε να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη και αξιόπιστη
λειτουργία της γραμμής Ρίου – Αντιρρίου, προς όφελος των πολιτών, των επαγγελματιών και της τοπικής οικονομίας», αναφέρουν στην επιστολή τους οι βουλευτές.
Επιπλέον, τονίζουν ότι «η απόφαση αυτή προκαλεί μεγαλύτερη ταλαιπωρία και αυξημένη αναμονή για το επιβατικό κοινό, αρνητικές επιπτώσεις στην ποιότητα της συγκοινωνιακής εξυπηρέτησης, όπως και οικονομική επιδείνωση για την κοινοπραξία, με μείωση έως και 90 δρομολογίων σε διάστημα 10 ημερών».