Περιορισμένης ορατότητας

του παντελη μπουκαλα

Είναι κάτι ανάμεσα σε ξόρκι και γούρι. Ανάλογα με την περίσταση. Ή είναι απλώς το χούι μου: να βλέπω κάθε μα κάθε μέρα τον Παρθενώνα. Εστω μια γωνίτσα της Ακρόπολης. Είτε από τον λοφίσκο του Νέου Κόσμου, με το βλέμμα να κάνει σλάλομ ανάμεσα στις πολυκατοικίες και τα υπερξενοδοχεία, είτε από πιο κοντά. Η ανάγκη να μεταλαβαίνεις μαρμάρινη ομορφιά όταν σε κυκλώνει η ασχήμια, τσιμεντένια, γυάλινη και πλαστική, είναι πιο δυνατή και από την ανάγκη του καθαρού αέρα. Αλλωστε, κακά τα ψέματα, συμφιλιωθήκαμε πια με τον ρυπαρό αέρα της Αθήνας. Η λέξη «νέφος» είναι απίθανο να μεταφράζεται αυτόματα σε κάτι συγκεκριμένο στο μυαλό όσων γεννήθηκαν στην τρίτη μ.Χ. χιλιετία.

Με τα χρόνια η ψυχοθεραπευτική συνήθειά μου δυσκολεύεται όλο και περισσότερο. Τα «σίγουρα» παρατηρητήρια, αυτά που μου εξασφάλιζαν μερίδιο στην ωραιότητα, λιγοστεύουν με κάθε μονοκατοικία που γκρεμίζεται για να υψωθεί στη θέση της το πλουτοφόρο πολυώροφο. Τα νεοκλασικά, τα παραδοσιακά ή όπως αλλιώς τα πούμε, μοιάζουν απαράδεκτες ανορθογραφίες μέσα στην κανονικότητα του τσιμέντου. Αηδόνια μπορεί να μη σύχναζαν στο κέντρο της Αθήνας, κατά τα λοιπά όμως ο Γιώργος Σεφέρης επαληθεύτηκε πλήρως: «Τ’ αηδόνια και τα λιόδεντρα / τα σάρωσαν οι πολυκατοικίες / οι άνθρωποι σκόρπισαν εμπρός στις μηχανές». Κουκάκι, Νέος Κόσμος, Πετράλωνα, Παγκράτι κερδίζουν συνεχώς ύψος αλλά χάνουν το μπόι που τους πρόσφερε η άμεση οπτική τους σύνδεση με το κορυφαίο τοπόσημο: τον Παρθενώνα. Τώρα πια οι περιοχές αυτές είναι «θέσεις περιορισμένης ορατότητας», για τις οποίες πληρώνει κανείς φτηνότερο εισιτήριο στα θέατρα, μια και το θέαμα που φτάνει μέχρι τα μάτια του είναι λειψό.

Η πόλη όμως –όσοι άρχουν στις επίσημες και τις ανεπίσημες δομές της– δεν νοιάζεται για τους κατοίκους της όσο νοιάζεται για τους αλλοδαπούς επισκέπτες της, αυτούς που θ’ αφήσουν το έκτακτο χρήμα, ει δυνατόν μη φορολογήσιμο. Η σαρωτική μόδα του Airbnb απειλεί να μετατρέψει το αθηναϊκό κέντρο σε απέραντο ξενώνα. Τα νοίκια εκεί έφτασαν πια σε ύψη απαγορευτικά για τις κατηγορίες εκείνες που δίνουν πραγματική ζωή σε μια πόλη, φοιτητές λ.χ. και οικογενειάρχες, που τα παιδιά τους και στο τοπικό σχολείο θα πάνε (που αλλιώς θα μαραθεί) και στις κούνιες θα παίξουν, έστω αυτές τις κούνιες τις παρατημένες στη μοίρα τους, τη μοίρα της φθοράς. Αλλά έρχονται εκλογές. Τ’ αυτιά μας θα χορτάσουν χαρούμενες αγγελίες και θα παρηγορήσουν το τραυματισμένο βλέμμα μας.

 

ΠΗΓΗ: ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ