Η εμπειρία 2010-2016 έχει καταδείξει ότι με τη συρρίκνωση της ελληνικής οικονομίας το πρώτο πράγμα που αποτρέπεται είναι οι επενδύσεις. Με τις περικοπές δαπανών και εισοδημάτων, η παραγωγική ικανότητα της χώρας ελαχιστοποιείται.
Άμεση συνέπεια από την υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου στην Ελλάδα είναι η συνεχής κάμψη στους πίνακες της διεθνούς ανταγωνιστικότητας. Έτσι, νέες επενδύσεις όχι μόνον δεν προσέρχονται, αλλά και όσες προϋπήρχαν αποχωρούν. Με την διαρκή λιτότητα δεν κλείνει η «ψαλίδα» μεταξύ βιοτικού επιπέδου και παραγωγικής ικανότητας.
Είναι επιβεβλημένο να διατυπωθεί μια συγκεκριμένη ανάλυση της σημερινής ελληνικής και διεθνούς παραγωγικής πραγματικότητας, προκειμένου να υπάρξει ένα πρόγραμμα που να εδράζεται στις πραγματικές παραγωγικές δυνατότητες αυτού του τόπου.
Ένα τέτοιο σχέδιο
Προϋποθέτει να ανακτηθεί η αυτοεκτίμηση του ελληνικού λαού στην πράξη, έτσι ώστε να εξασφαλιστεί η ουσιαστική συμμετοχή ολόκληρης της κοινωνίας.
Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις αποτελούν το 99,9% του συνόλου των επιχειρήσεων της χώρας. Εξ αυτών το 96,7% είναι πολύ μικρές επιχειρήσεις (1-9 άτομα), (ενώ στη μεταποίηση το ποσοστό είναι λίγο μικρότερο, 95%), το 2,8% μικρές (10-49 άτομα) και το 0,4% μεσαίες (49-250 άτομα). Οι μεγάλες επιχειρήσεις αποτελούν το 0,1% του αριθμού των επιχειρήσεων της χώρας.
Η στήριξη και ανάπτυξη των μικρών μεταποιητικών επιχειρήσεων, και γενικότερα των μικρών παραγωγών, είναι η μόνη που ουσιαστικά μπορεί άμεσα να προσφέρει πολλαπλασιαστικά νέες, ποιοτικές και μακροβιότερες θέσεις εργασίας που τόσο έχει ανάγκη ο τόπος μας. Η υπερφορολόγηση που υφίστανται σήμερα αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα.
Η ανεργία είναι σύμπτωμα και όχι αιτία, ενός πραγματικού προβλήματος, που δεν είναι η “οικονομική κρίση” έτσι γενικά, αλλά ότι η χώρα μας έχει σταματήσει να παράγει.
Η παραγωγή όμως μιας χώρας δεν είναι μόνο πρόβλημα οικονομικό, είναι πρόβλημα κοινωνικής συνοχής, πρόβλημα θεσμών, είναι πρόβλημα λειτουργίας του κράτους.
Η μικρή ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής, που ακόμα υφίσταται στην Ελλάδα, καθιστά εφικτή τη συγκρότηση ενός εναλλακτικού παραγωγικού τομέα, τεχνολογικής αιχμής και μικρού μεγέθους, που μπορεί να παράγει ιδιαίτερα προϊόντα υψηλής αξίας.
Άρα λοιπόν στο στρατηγικό σχεδιασμό μας πρέπει να υπάρχει πρόβλεψη για:
1. τις αναγκαίες ιδιωτικές ξένες και εγχώριες επενδύσεις.
την εγχώρια παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας.
να περιοριστούν τα άδικα κόστη που επιβαρύνουν σήμερα τον παραγωγικό ιστό της χώρας.
τα παραγόμενα προϊόντα να απευθύνονται στην κάλυψη των εσωτερικών αναγκών, αλλά και στις εξωχώριες αγορές.
τις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις και θεσμικές παρεμβάσεις.
Στόχος είναι να παράγουμε τελικό προϊόν με υψηλή ελληνική προστιθέμενη αξία, ανεξάρτητα από το αν προβαίνουμε σε υποκατάσταση εισαγωγών ή όχι.
Κατά συνέπεια για την ανάπτυξη του οιοδήποτε αναπτυξιακού μοντέλου, πρέπει να οριστεί εξ’ υπαρχής και με σαφήνεια ο προσδιοριστικός του ρόλος.
