Εικόνες θαλασσινές, γεμάτες τρυφερότητα και αγριάδα, με γνώριμες φιγούρες από βαρκάρηδες, από καπετάνιους και γυναίκες που περιμένουν τους άνδρες ναυτικούς να γυρίσουν από τις μάχες με τα κύματα. Όλες οι ιστορίες που έχουν στοιχειώσει το ελληνικό ασυνείδητο ξεδιπλώνονται σε μοναδικά έργα διαφορετικής έμπνευσης και έκτασης που εκτίθενται στη Γκαλερί Σκουφά, σε μια μοναδική έκθεση με τον τίτλο «Παρὰ θῖν’ ἁλός».
Επιστρέφοντας στη «γενέθλια ακτή» του Φαλήρου
Πρόκειται για τη μεγάλη, ατομική του εικαστικού Τάσου Μαντζαβίνου, ο οποίος επιστρέφει στη γενέθλια ακτή του Φαλήρου. Στον τόπο «ου τον εθέσπισεν» για να παραφράσουμε τον Σεφέρη, όπου έχει βιώσει όλη την παιδική του ηλικία.
«Τα πρώτα χρόνια της ζωής μου, κοιμόμουν δίπλα στο παράθυρο, που έβλεπε στη θάλασσα (Παρὰ θῖν’ ἁλός) στο Νέο Φάληρο», μας λέει σχολιάζοντας τη διπλή χωροταξική και συναισθηματική σχέση με τη θάλασσα, με αυτά τα παιδικά τα χρόνια που εγγράφονται στις μνήμες και στην ψυχή.


«Τότε, η περιοχή ήταν διαφορετική, δεν είχαν γίνει προσχώσεις και η μυρωδιά της θάλασσας έφτανε στα σπίτια. Έβλεπα τις αλλαγές του καιρού σε αυτήν» σχολιάζει σχετικά μιλώντας στο Πρώτο Θέμα.
«Όταν είχε νοτιά που ήταν δυνατός και άτσαλος ανακάτευε την άμμο με το κύμα και η θάλασσα γινόταν χρώματος καφέ σαν λάσπη».
Η τραυματική προσωπική ιστορία
Ωστόσο, τα προσωπικά βιώματα δεν είχαν να κάνουν μόνο με τη θάλασσα, αλλά και με την ίδια την τραγική, οικογενειακή ιστορία του ζωγράφου.
«Ο πατέρας μου ήταν καπετάνιος, πέθανε νέος, στην Αλεξάνδρεια το 1960 και δεν τον γνώρισα ποτέ. Από τότε η σχέση μου με τη θάλασσα γίνεται τραυματική, μαύρη-μπλε, σκοτεινή, ένα τεράστιο στόμα που μυρίζει θάνατο», σχολιάζει και ο νους μας πάει σε ένα από τα πιο όμορφα αλλά σκοτεινά του έργα, «Το ταξίδι» με τις κεντρικές φιγούρες να μοιάζουν σχεδόν στοιχειωμένες και τα σκούρα χρώματα να δίνουν τον τόνο της επερχόμενης απειλής. Για να συμπληρώσει ο καλλιτέχνης με τον ποιητικό τρόπο που αναφαίνεται και στα έργα του: «Ο ήχος του ανέμου από το παράθυρο και η μανία της θάλασσας συνδυάζεται με τον χαμό του πατέρα. Η θάλασσα έμμεσα ήταν στο μυαλό μου υπεύθυνη για την απώλειά του. Φέρω στο μυαλό μου συχνά τις μαύρες χήρες των ναυτικών στις συνοικίες του Πειραιά. Μεγάλος πια, συμβιώνοντας με το τραύμα μπορώ να ζωγραφίζω τις μπλε σκούρες θάλασσες, ψυχρά».
Γι’ αυτό και στα έργα του οι βιωμένες εμπειρίες μεταστοιχειώνονται σε βαθιά αίσθηση, σε μια επισκόπηση πολύ πιο εσωτερική.


«Δεν είναι τόπος μνήμης με τη στενή, βιογραφική έννοια, αλλά εσωτερικό τοπίο που δεν έπαψε ποτέ να τον συγκροτεί. Εκεί, δίπλα στο νερό, στα πρώτα του χρόνια, το βλέμμα μαθαίνει να μετρά τον χρόνο αλλιώς: με ρυθμούς, με επαναλήψεις, η θάλασσα γίνεται αίσθηση», σημειώνει ο επιμελητής στον κατάλογο της έκθεσης στην Γκαλερί Σκουφά, Γιώργος Μυλωνάς, για να συμπληρώσει πως «oi γνώριμες πια φιγούρες του Μαντζαβίνου — ναυτικοί, βαρκάρηδες, σώματα σε καΐκια, γυναίκες που περιμένουν, άνεμοι που ευνοούν ή διώχνουν — συνθέτουν ένα υδάτινο σύμπαν, μέσα στο οποίο στέκουν μέσα στο νερό όπως στέκεται κανείς μπροστά σε κάτι που τον ξεπερνά. Από τον Όμηρο αλιεύει την αίσθηση του ορίου: το παρὰ θῖν’ ἁλός (στην ακροθαλασσιά) ως σημείο όπου η πράξη αναστέλλεται και η μοίρα βαραίνει. Από τη λαϊκή παράδοση και τον Καραγκιόζη κρατά τη χειροποίητη μορφή, μια απλότητα που αντέχει την αδρότητα, μια παιδικότητα όχι ως ύφος αλλά ως τρόπος».
Οι κατασκευές – παιχνίδια
Τα έργα του Τάσου Μαντζαβίνου φαίνονται άλλοτε μεγαλοπρεπή, στιβαρά και με το τραγικό στοιχείο να υπερτερεί, άλλοτε ενέχουν έντονα το στοιχείο του παιχνιδιού:
«Οι κατασκευές-παιχνίδια δεν τις νοώ ως παιχνίδια, παρότι έχουν αναφορές σε αυτά που έφτιαχνα μικρός με διάφορα υλικά, όπως ξύλα-πέτρες-χαρτόνια και οτιδήποτε άλλο μου κινούσε την προσοχή. Είχε δει μάλιστα κάποτε αυτοσχέδιες κατασκευές τζόγου πάνω σε καρότσι, δηλαδή μπάλες μικρές που έπρεπε να καταφέρεις να μπουν σε τρύπες ή πορτάκια. Φθαρμένες εικόνες παιδικής ηλικίας παράλληλα με το τραύμα μου, που καταγράφησαν στο Νέο Φάληρο που μεγάλωσα από 4 ετών και που σήμερα δεν γνωρίζω αν ήταν πραγματικότητα ή σε όνειρο».

Όλα αυτά συνδέονται, βέβαια, με τις προσωπικές του αντιλήψεις και την πρόσληψη της τέχνης ως κάτι άμεσα συνδεδεμένο με το στοιχείο των arts and crafts: «Το “δέσιμο” του τραύματος με την ελαφρότητα οφείλεται ίσως στο ότι πρέπει να πιστεύω ότι ο ζωγράφος είναι και μάστορας-χειρώναξ. Άλλο σημείο αναφοράς ήταν οι μάστορες-επιπλοποιοί που θαύμαζα το πως χειρίζονταν τα εργαλεία και τους παρατηρούσε στη γειτονιά. Είναι λοιπόν εκ του φυσικού η ανάγκη της εκφραστικότητας μου μέσα από τη χειροναξία-ένας δηλαδή τρόπος να πλησιάζω την παιδική μου έκφραση που εμπεριέχει το τραύμα», καταλήγει ο καλλιτέχνης.
Ο αυθόρμητος χαρακτήρας του χειροποίητου
Αυτός ο αυθόρμητος χαρακτήρας του χειροποίητου, που θέλει να αποπνέουν τα έργα του δίνοντας την αίσθηση ότι φτιάχνονται εκείνη τη στιγμή, μπροστά μας, είναι κεντρικός στην τέχνη του Μαντζαβίνου: σαν να θέλει να μας εισαγάγει στο προσωπικό του εργαστήρι. Ταυτόχρονα, όμως, αποκαλύπτουν τις διαφορετικές του πτυχές: Μαζί με το βιωματικό και προσωπικό στοιχείο και το ονειρικό, που διαπερνά την τέχνη του και δεν μπορούμε να μην τον ρωτήσουμε τι ενέπνευσε ένα αγαπημένο μας έργο από την έκθεση, «Το Σπίτι κοντά στη θάλασσα», που παραπέμπει άμεσα στους ονειρικούς πίνακες του Σαγκάλ.
Συμφωνεί μαζί μας ότι το συγκεκριμένο έργο και η ζωγραφική του πράγματι καθορίζονται σε υπέρτατο βαθμό από τα όνειρα και τη φαντασία του.
«Αφού σκαλίσω την προσωπική μου μνήμη από συναίσθημα-μυρωδιά-συναίσθημα-εικόνα, βρίσκω την ταυτότητα του κάθε έργου, η μνήμη και η πραγματικότητα παράγουν έμπνευση και έργο. Κάθε τοπίο που ζωγραφίζω πρέπει να ενεργοποιεί τη μνήμη και τη φαντασία. Γιατί δεν έχω ταξιδέψει ποτέ από θάλασσα, δεν μπαίνω σε καράβι και το καλοκαίρι που συνδέεται με αυτή δεν το αγαπώ» καταλήγει σχολιάζοντας έργα που δεν μπαίνουν σε λόγια και απαιτούν τη ζωντανή σύνδεση μαζί τους, μέσα από την επίσκεψη στην έκθεση, στη Gallery Skoufa, που διαρκεί μέχρι τις 7 Φεβρουαρίου 2026.
protothema
