Του Θέμη Μπάκα
Κάθε νομοσχέδιο που αφορά τις Ένοπλες Δυνάμεις δεν είναι μια απλή διοικητική πράξη. Είναι μια βαθιά πολιτική απόφαση με ανθρώπινο αποτύπωμα. Γιατί οι στρατιωτικοί δεν επιλέγουν μια «συνηθισμένη» εργασία, επιλέγουν έναν τρόπο ζωής. Έναν δρόμο με συνεχείς μεταθέσεις, με υπηρεσίες μακριά από την οικογένεια, με περιορισμένα εργασιακά δικαιώματα και χωρίς το δικαίωμα της δημόσιας διεκδίκησης.
Ακριβώς γι’ αυτό, η Πολιτεία έχει απέναντί τους μια ιδιαίτερη και αυξημένη ευθύνη: να νομοθετεί, όχι μόνο με γνώμονα τη δημοσιονομική ισορροπία ή τη διοικητική αναδιάρθρωση, αλλά με βάση τη δικαιοσύνη, τη σταθερότητα και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.
Οι έντονες και μαζικές αντιδράσεις των υπαξιωματικών στο νομοσχέδιο του Υπουργείο Εθνικής Άμυνας δεν είναι ούτε αδικαιολόγητες ούτε συντεχνιακές. Είναι η φυσική έκφραση ανθρώπων που αισθάνονται ότι η Πολιτεία μεταβάλλει εκ των υστέρων τους όρους της επαγγελματικής τους ζωής, υπονομεύοντας την εμπιστοσύνη και τον προσωπικό τους προγραμματισμό.
Για χιλιάδες στελέχη, ιδιαίτερα στο σώμα των υπαξιωματικών, το νομοσχέδιο δεν εκλαμβάνεται ως εκσυγχρονισμός, αλλά ως ανατροπή προσδοκιών. Η αίσθηση της βαθμολογικής και επαγγελματικής καθήλωσης δεν αφορά μόνο τον βαθμό ή το μισθολογικό κλιμάκιο αφορά τη δυνατότητα να σχεδιάσουν το μέλλον τους, να στηρίξουν τις οικογένειές τους, να γνωρίζουν ότι η διαδρομή που έχουν ακολουθήσει με συνέπεια και θυσίες δεν ακυρώνεται μονομερώς.
Το κρίσιμο ερώτημα που οφείλει να απαντήσει κάθε νομοσχέδιο για τους στρατιωτικούς δεν είναι μόνο το αν «εξορθολογεί» τη δομή των Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά το αν αγγίζει την πραγματική τους καθημερινότητα. Αν ο μισθός επαρκεί για τις ανάγκες μιας οικογένειας. Αν οι μεταθέσεις συνοδεύονται από ουσιαστική στήριξη, όχι μόνο από τυπικές προβλέψεις. Αν η επαγγελματική εξέλιξη είναι διαφανής, δίκαιη και προβλέψιμη. Αν η προσφορά αναγνωρίζεται έμπρακτα και όχι μόνο με λόγια σε επετειακές ομιλίες.
Η κοινωνία, δικαίως, αντιλαμβάνεται τις Ένοπλες Δυνάμεις ως πυλώνα εθνικής ασφάλειας. Όμως, πολύ συχνά ξεχνά να προσεγγίσει τον στρατιωτικό ως εργαζόμενο, ως γονέα, ως σύζυγο, ως άνθρωπο που ζει μέσα στην ίδια ακρίβεια, στο ίδιο στεγαστικό πρόβλημα, στην ίδια ανασφάλεια για το μέλλον των παιδιών του.
Επομένως, ένα κράτος που απαιτεί διαρκή ετοιμότητα, πειθαρχία και αυταπάρνηση, οφείλει να προσφέρει σε αντάλλαγμα προβλεψιμότητα, αξιοπρεπείς συνθήκες και θεσμικό σεβασμό.
Οι υπαξιωματικοί, και συνολικά τα στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων αποτελούν τον λειτουργικό κορμό του στρατεύματος. Είναι αυτοί που κρατούν όρθια την καθημερινή επιχειρησιακή λειτουργία, την εκπαίδευση, τη συντήρηση και την ετοιμότητα. Όταν αυτοί οι άνθρωποι δηλώνουν ότι νιώθουν αδικημένοι και ανασφαλείς, η Πολιτεία δεν μπορεί να απαντά μόνο με τεχνικές διευκρινίσεις. Οφείλει πρώτα να τούς ακούσει.
Η ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων δεν περνά μόνο από τα εξοπλιστικά προγράμματα ή τους στρατηγικούς σχεδιασμούς. Περνά, πρωτίστως, από τους ανθρώπους που τις στελεχώνουν. Από το αν αισθάνονται ότι η Πολιτεία στέκεται δίπλα τους, όχι μόνο σε περιόδους κρίσης, αλλά και στην καθημερινότητα. Από το αν νιώθουν ότι η προσφορά τους αναγνωρίζεται με συνέπεια, συνέχεια και δικαιοσύνη.
Και σε μια περίοδο γενικευμένης κοινωνικής ανασφάλειας, η Πολιτεία δεν θα πρέπει να δημιουργεί νέες ρωγμές εμπιστοσύνης, ιδίως απέναντι σε ανθρώπους που έχουν διδαχθεί να υπηρετούν το εθνικό συμφέρον.
ΣΣ: Ο Θέμης Μπάκας είναι πολιτευτής Αχαϊας
