Το Ηνωμένο Βασίλειο και οι Ηνωμένες Πολιτείες υπέγραψαν στην Ουάσιγκτον Μνημόνιο Συνεργασίας για τις εφοδιαστικές αλυσίδες κρίσιμων ορυκτών, με στόχο τον συντονισμό σε εξόρυξη, επεξεργασία και επενδύσεις σε υλικά όπως λίθιο, κοβάλτιο, γραφίτης και σπάνιες γαίες. Τα ορυκτά αυτά είναι απαραίτητα για μπαταρίες ηλεκτρικών οχημάτων, καθαρές τεχνολογίες και ημιαγωγούς, αλλά και για αμυντικά συστήματα και προηγμένα ηλεκτρονικά. Η συμφωνία εντάσσεται στη βρετανική στρατηγική για τα κρίσιμα ορυκτά, με στόχο έως το 2035 καμία προμήθεια να μην εξαρτάται άνω του 60% από μία μόνο χώρα (βλ. Κίνα), ενώ αναμένεται να διευκολύνει αμερικανικές επενδύσεις σε βρετανικά έργα εξόρυξης και refining. Αυτή τη στιγμή η Κίνα έχει έως και το 90% του refining.
Σε γεωπολιτικό επίπεδο, η κίνηση ερμηνεύεται ως μέρος της δυτικής προσπάθειας απεξάρτησης από την κινεζική κυριαρχία στις σπάνιες γαίες και ως στενότερη ενσωμάτωση της βρετανικής βιομηχανίας στο αμερικανικό οικοσύστημα άμυνας και τεχνολογίας. Πίσω από τη ρητορική για «καθημερινά προϊόντα», τα κρίσιμα ορυκτά αντιμετωπίζονται πλέον ως ζήτημα εθνικής ασφάλειας, καθώς συνδέονται άμεσα με την παραγωγή στρατιωτικού εξοπλισμού και στρατηγικών υποδομών. Η συμφωνία σηματοδοτεί σαφή ευθυγράμμιση του Λονδίνου με την πολιτική «friend-shoring» των ΗΠΑ και περιορισμό της εξάρτησης από το Πεκίνο στις κρίσιμες πρώτες ύλες. Αυτό βέβαια μετά το άνοιγμα του Λονδίνου προς την Κίνα.
