Επί σχεδόν έναν αιώνα, οι ελληνοτουρκικές σχέσεις κινούνται σε κύκλους έντασης και πρόσκαιρης αποκλιμάκωσης, με τις συναντήσεις κορυφής να λειτουργούν άλλοτε ως αφετηρία επανεκκίνησης του διαλόγου και άλλοτε ως μηχανισμός διαχείρισης κρίσεων. Από το 2019 έως σήμερα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης και ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν έχουν βρεθεί επανειλημμένως στο ίδιο τραπέζι, με κάθε ραντεβού να αποτυπώνει –σχεδόν σε πραγματικό χρόνο– τις διακυμάνσεις, τα «παγώματα» και τις απόπειρες επαναπροσέγγισης στην πιο δύσκολη, διαχρονικά, εξίσωση της Αθήνας στην εξωτερική πολιτική.
Η πρώτη κατ’ ιδίαν συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν πραγματοποιήθηκε τον Δεκέμβριο του 2019, στο Λονδίνο, στο περιθώριο της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ. Το σύντομο τετ α τετ έγινε στον απόηχο της υπογραφής του τουρκολιβυκού μνημονίου για τις θαλάσσιες ζώνες, με τον πρωθυπουργό να θέτει ευθέως στον Τούρκο πρόεδρο το σύνολο των ζητημάτων που, κατά την Αθήνα, συνιστούν κλιμάκωση της τουρκικής προκλητικότητας. Παρά τις σοβαρές αποκλίσεις που καταγράφηκαν, οι δύο πλευρές κατέληξαν στην ανάγκη να διατηρηθούν ανοιχτοί οι δίαυλοι, συμφωνώντας στη συνέχιση των συζητήσεων για τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης στο πλαίσιο του υπουργείου Εθνικής Άμυνας.

Τρία χρόνια αργότερα, στις 13 Μαΐου 2022, ο Κυριάκος Μητσοτάκης έγινε δεκτός από τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στο Μέγαρο Βαχντετίν, στην ασιατική πλευρά της Κωνσταντινούπολης, όπου οι δύο ηγέτες είχαν γεύμα με φόντο τον Βόσπορο. Η συνάντηση, διάρκειας περίπου μιάμισης ώρας, πραγματοποιήθηκε σε καλό κλίμα, χωρίς ωστόσο να προκύψει ουσιαστική πρόοδος στα ανοιχτά μέτωπα των διμερών σχέσεων.

(Φωτογραφία αρχείου / ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ / ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ / EUROKINISSI)
Στις δημόσιες δηλώσεις του ο πρωθυπουργός έκανε λόγο για «πολύ ειλικρινή συζήτηση», σημειώνοντας ότι «επαναλάβαμε τις πάγιες εθνικές μας θέσεις». Η τουρκική προεδρία, από την πλευρά της, σε ανακοίνωσή της παρέπεμψε στα «αμοιβαία οφέλη» από την ενίσχυση της συνεργασίας ανάμεσα στις δύο χώρες.

Τον Δεκέμβριο του 2023, έξι χρόνια μετά την τελευταία του επίσκεψη στην Αθήνα –τότε επί πρωθυπουργίας Αλέξη Τσίπρα– ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν επέστρεψε στην ελληνική πρωτεύουσα με εμφανώς διαφορετικό τόνο από εκείνον που είχε αφήσει πίσω του στις 8 Δεκεμβρίου 2017. Η επίσκεψη ήταν εξπρές, διάρκειας μόλις επτά ωρών, με στόχο να επικυρωθεί –τουλάχιστον σε πολιτικό επίπεδο– το άνοιγμα ενός νέου κύκλου στις διμερείς σχέσεις.

Ο Κυριάκος Μητσοτάκης τον υποδέχθηκε στην είσοδο του Μεγάρου Μαξίμου, σε μια σκηνή με θερμή χειραψία και χαμόγελα, πριν οι δύο άνδρες περάσουν στο εσωτερικό για τις κατ’ ιδίαν συνομιλίες. Το κεκλεισμένων των θυρών τετ α τετ διήρκεσε περισσότερο από το προβλεπόμενο, προκαλώντας καθυστέρηση περίπου 45 λεπτών, ένδειξη –όπως εκτιμήθηκε– της ανάγκης να «κλείσουν» εκκρεμότητες και να μπουν όρια στη νέα φάση προσέγγισης των ελληνοτουρκικών.

Οι δηλώσεις Μητσοτάκη και Ερντογάν που ακολούθησαν, με σχεδόν παράλληλες αναφορές στα ανοιχτά ζητήματα που εξακολουθούν να βαραίνουν την ατζέντα, κατέγραψαν ένα πλαίσιο συνεργασίας και «ειρηνικής γειτονίας» που επιχειρεί να εδραιωθεί, με λεπτές ισορροπίες και προσεκτικούς χειρισμούς στο διπλωματικό πεδίο.

Το κλίμα «χαμηλών τόνων», με εμφανείς κινήσεις καλής θέλησης αλλά και σαφείς διαχωριστικές γραμμές, επιβεβαιώθηκε στη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην Άγκυρα, στις 13 Μαΐου 2024. Τον Έλληνα πρωθυπουργό υποδέχθηκε στο αεροδρόμιο της τουρκικής πρωτεύουσας ο υπουργός Εξωτερικών Χακάν Φιντάν, ενώ ακολούθησε η υποδοχή στο προεδρικό μέγαρο και στη συνέχεια η κατ’ ιδίαν συνομιλία των δύο ηγετών.

(Φωτογραφία αρχείου / ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ / ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ / EUROKINISSI)
Παρά το θετικό περιβάλλον της επίσκεψης, οι τριβές παρέμειναν παρούσες, με ζητήματα όπως η Μονή της Χώρας, οι μειονότητες και η Γάζα να καταγράφονται ως σημεία διαφωνίας, την ώρα που το μείζον θέμα της οριοθέτησης θαλασσίων ζωνών δεν τέθηκε προς συζήτηση.

(Φωτογραφία αρχείου / ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΠΑΜΗΤΣΟΣ / ΓΡΑΦΕΙΟ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ / EUROKINISSI)
Ακολούθησαν και άλλες επαφές, με πιο «λειτουργικό» χαρακτήρα και σαφώς μικρότερο πολιτικό βάρος, κυρίως στο περιθώριο διεθνών φόρα, όπου η άμεση συνεννόηση λειτούργησε ως βαλβίδα εκτόνωσης αλλά και ως τρόπος να διατηρείται το νήμα της επικοινωνίας. Τον Ιούλιο του 2024, στο περιθώριο της Συνόδου του ΝΑΤΟ στην Ουάσινγκτον, Μητσοτάκης και Ερντογάν είχαν σύντομη συνομιλία, σε ένα περιβάλλον όπου οι ευρωατλαντικές προτεραιότητες και οι ισορροπίες ασφαλείας υποχρεώνουν τις δύο πλευρές να κρατούν ανοιχτούς διαύλους.
Λίγους μήνες αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 2024, οι δύο ηγέτες συναντήθηκαν εκ νέου στη Νέα Υόρκη, στο πλαίσιο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, με την ατζέντα να παραμένει «βαριά» αλλά τη στόχευση να μετατοπίζεται στη διαχείριση των διαφορών χωρίς νέες αναταράξεις. Η ίδια λογική αποτυπώθηκε και στη Βουδαπέστη, τον Νοέμβριο του 2024, στις εργασίες της Συνόδου της Ευρωπαϊκής Πολιτικής Κοινότητας, όπου το τετ α τετ –έστω σύντομο– επιβεβαίωσε ότι, παρά τις διαχρονικές αποκλίσεις, Αθήνα και Άγκυρα επενδύουν τουλάχιστον στη συντήρηση ενός πλαισίου «ελεγχόμενης» σχέσης, ώστε οι κρίσεις να μην επιστρέφουν ως αιφνίδιες εκρήξεις.

Έκτοτε, η προσπάθεια να οριστικοποιηθεί η επόμενη κατ’ ιδίαν συνάντηση των δύο ηγετών εξελίχθηκε σε μαραθώνιο αναβολών, με την ελληνική πλευρά να επιδιώκει –σταθερά– ένα νέο ραντεβού που θα λειτουργούσε ως «άγκυρα» συνέχειας στα «ήρεμα νερά». Η διαδικασία, ωστόσο, αποδείχθηκε πιο δύσκολη από όσο προεξοφλούνταν, καθώς κάθε πιθανή ημερομηνία παρέμενε μετέωρη μέχρι την τελευταία στιγμή, αφήνοντας ανοιχτό το ερώτημα κατά πόσο η Άγκυρα ήταν διατεθειμένη να επενδύσει πολιτικό κεφάλαιο σε μια νέα συνάντηση που θα απαιτούσε σαφείς δεσμεύσεις –ή έστω στοιχειώδη προβλεψιμότητα– στο πεδίο.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτέλεσε το «ναυάγιο» της Νέας Υόρκης, όπου η προγραμματισμένη συνάντηση Μητσοτάκη-Ερντογάν, που αναμενόταν να πραγματοποιηθεί στις 23 Σεπτεμβρίου 2025 στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, δεν έγινε τελικά ποτέ, με την Αθήνα να αποδίδει την ευθύνη στην τουρκική πλευρά. Ανώτατη κυβερνητική πηγή υπογράμμιζε ότι το ραντεβού ήταν απολύτως συμφωνημένο, ωστόσο η τουρκική αντιπροσωπεία πρότεινε αναβολή επικαλούμενη χρονική σύμπτωση με διάσκεψη που θα άρχιζε μισή ώρα αργότερα μεταξύ του Ντόναλντ Τραμπ και ηγετών της Μέσης Ανατολής. Η ελληνική πλευρά, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, επανήλθε σχεδόν άμεσα, υποδεικνύοντας τα κενά στο πρόγραμμα του πρωθυπουργού και εκδηλώνοντας την προθυμία του κ. Μητσοτάκη να πραγματοποιηθεί η συνάντηση ακόμη και εντός της ίδιας ημέρας.
Η απάντηση, ωστόσο, δεν ήλθε ποτέ. Έτσι, ανακοινώθηκε η ακύρωση, με την Αθήνα να σημειώνει ότι οι χειρισμοί της Άγκυρας αντανακλούσαν, σε μεγάλο βαθμό, την ενόχληση του κ. Ερντογάν για πρωτοβουλίες των τελευταίων μηνών – από τον θαλάσσιο χωροταξικό σχεδιασμό και τα θαλάσσια πάρκα μέχρι την εκδήλωση ενδιαφέροντος για έρευνες από τη Chevron.
Παράλληλα, κυβερνητικές πηγές τόνιζαν ότι η ακύρωση δεν βαραίνει την ελληνική πλευρά και άφηναν να εννοηθεί πως, εφόσον η επίκληση της «πρωτοβουλίας Τραμπ» ήταν προσχηματική, επιβεβαιώνεται η επιλογή της Αθήνας να παραμένει αμετακίνητη στα βασικά: στα ζητήματα που ήθελε να θέσει ο πρωθυπουργός –όπως το καλώδιο και το casus belli– αλλά και στη συνολικότερη επιμονή πως η «ηρεμία» δεν μπορεί να είναι μονόπλευρη υποχώρηση. Ενδεικτικό της δυσπιστίας που γεννήθηκε ήταν, άλλωστε, ότι η ίδια η διάσκεψη που επικαλέστηκε η τουρκική πλευρά άρχισε τελικά με σημαντική καθυστέρηση, ενώ η ενημέρωση για την αναβολή –κατά την ελληνική εκτίμηση– έγινε μόλις λίγες ώρες πριν από το προγραμματισμένο τετ α τετ.
