Του Διονύση Γ. Γράψα*
Ο Κώστας Σημίτης, που έφυγε από τη ζωή σαν σήμερα πριν από έναν χρόνο, εντάσσεται στη χορεία εκείνων των πολιτικών υποκειμένων που αντιλαμβάνονταν την πολιτική πρωτίστως ως θεσμικό λειτούργημα και όχι ως πεδίο συναισθηματικής ταύτισης ή χαρισματικής επιβολής. Η πολιτική του πρακτική χαρακτηριζόταν από εργαλειακή ορθολογικότητα, σαφή στοχοθεσία και συστηματική αποστασιοποίηση από τις κυρίαρχες παθογένειες της μεταπολιτευτικής κομματικής κυριαρχίας έτσι όπως αυτή εκφράστηκε στα πρώτα της χρόνια.
Η δημόσια εικόνα του ήταν επιτηδευμένα απογυμνωμένη από συναισθηματικές φορτίσεις. Ο Σημίτης προσέγγιζε την εξουσία ως μηχανισμό υλοποίησης πολιτικών επιλογών, όχι ως πεδίο συμβολικής αναπαράστασης. Στο πλαίσιο αυτό, «υπέμεινε» τη φυσιογνωμία του ΠΑΣΟΚ και την πατερναλιστική ηγεμονία του Ανδρέα Παπανδρέου, αντιλαμβανόμενος ότι η εσωκομματική προσαρμογή συνιστούσε αναγκαία συνθήκη πρόσβασης στην εκτελεστική εξουσία. Είναι σαφές πως ο Σημίτης κέρδισε δυο εκλογικές αναμετρήσεις όντας σε θέση ισχύος, διαχειριζόμενος την εξουσία. Παρά τη διαμετρικά αντίθετη πολιτική και προσωπική του ταυτότητα με τον Ανδρέα, η συνεργασία τους υπήρξε λειτουργική, γεγονός που ο ίδιος ο Σημίτης δεν δίσταζε να αναγνωρίζει ίσως απρόθυμα αλλά εμφατικά.
Όπως συμβαίνει με όλες τις κομβικές προσωπικότητες της νεότερης ελληνικής ιστορίας, η υστεροφημία του υπήρξε αμφιλεγόμενη. Για την Καραμανλική Νέα Δημοκρατία, αναγορεύθηκε σε «αρχιερέα της διαπλοκής», ενώ από εσωκομματικούς επικριτές, όπως ο Θεόδωρος Πάγκαλος, χαρακτηρίστηκε «ο χειρότερος πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ». Πρόκειται, ωστόσο, για σχηματικές και επιφανειακές αναγνώσεις ενός δημόσιου διαλόγου που αδυνατεί να αποτυπώσει την πολυπλοκότητα της πολιτικής του ταυτότητας. Αναγνώσεις με θολωμένα κριτήρια εξαιτίας της σφοδρής καθημερινής πολιτικής αντιπαράθεσης. Που σίγουρα δεν επιτρέπουν την εξαγωγή ψύχραιμων συμπερασμάτων.
Ο Σημίτης ενσάρκωνε μια σύνθετη αντίφαση. Από τη μία πλευρά, ήταν ο πολιτικός που υλοποίησε στρατηγικές επιλογές του Ανδρέα Παπανδρέου, με κορυφαία την ένταξη της Ελλάδας στη Νομισματική Ένωση, την ίδια στιγμή που βρισκόταν σε διαρκή εσωκομματική ένταση μαζί του, ιδίως μετά τον θάνατο του Γιώργου Γεννηματά. Από την άλλη, υπήρξε ο βασικός φορέας του εκσυγχρονιστικού εγχειρήματος, το οποίο πρόβαλε ως όχημα θεσμικής και οικονομικής σύγκλισης με την Ευρώπη, χωρίς όμως να κατορθώσει να πείσει ότι οι πολιτικές αυτές παρήγαγαν κοινωνική συναίνεση ή συγκρότησαν μια σαφή, διαχρονική παρακαταθήκη για την ελληνική κοινωνία.
Το εκσυγχρονιστικό εγχείρημα, όπως έλεγε και στις τελευταίες του ομιλίες, μπορούσε και έπρεπε να συνεχίσει μόνο μέσα από τις τάξεις του ΠΑΣΟΚ. Σε μια εποχή βέβαια, που το άλλοτε φυσικό κόμμα εξουσίας είχε υποστεί συντριπτικές εκλογικές φθορές και τα στελέχη πιο κοντά στον Σημίτη επέλεγαν την ΝΔ για να μεταστεγαστούν πολιτικά, ενώ οι πάλαι ποτέ εσωκομματικοί του αντίπαλοι είχαν πρώτοι απευθυνθεί στην «θαλπωρή» του Αλέξη Τσίπρα.
*Ο Διονύσης Γ. Γράψας είναι ιστορικός
