Σε συναντήσεις στις αίθουσες ξενοδοχείων του εξωτερικού και roadshows παρουσιάσεων προς κάθε ενδιαφερόμενο εστιάζει, όπως φαίνεται, το ενδιαφέρον της η Κυβέρνηση και ο κύριος Τσακαλώτος, προκειμένου να “πουλήσει” ένα αναπτυξιακό αφήγημα που αναζητείται.
Την ίδια στιγμή που οι προβλέψεις για τους πλειστηριασμούς από τις τράπεζες ανεβάζουν τις εκτιμήσεις σε χιλιάδες για το 2019 Δυστυχώς, όμως, όπως προκύπτει από τις εξελίξεις, το παραμυθάκι που παρουσιάζεται σε αυτές τις διεθνείς επικοινωνιακές προσπάθειες έχει τέλος που γράφτηκε πριν ακόμα αρχίσει η αφήγηση. Ένα τέλος που το γνωρίζουν όλοι όσοι παρίστανται στα show αυτά. Η χώρα απέχει πολύ από το χαρακτηρισθεί ως επενδύσιμη. Πρωταρχικά λόγω της αδυναμίας της Κυβέρνησης να αντιληφθεί τι σημαίνει ανάπτυξη. Δευτερευόντως, όμως, λόγω της λανθασμένης αντίληψης περί των συντελούμενων αλλά και επικείμενων διεθνών εξελίξεων. Διαμορφώνεται με ταχείς ρυθμούς ένα ανησυχητικό διεθνές οικονομικό πεδίο. Η σταδιακή επικράτηση ακραίων πολιτικών στην Ευρωζώνη κινδυνεύει να αποδομήσει την ήδη χαλαρή διάθεση από πλευράς πολλών ευρωπαϊκών κυβερνήσεων για περαιτέρω ενοποίηση. Ίσως αυτό είναι το τίμημα που πληρώνουμε εξαιτίας του γεγονότος ότι η μέχρι σήμερα πολιτική των επαγγελματιών γραφειοκρατών των Βρυξελλών απέτυχε να εντάξει στην οπτική ενοποίησης την αναγκαία και απαραίτητη συνθήκη κοινωνικής ισορροπίας και δικαιοσύνης. Τα πάντα δεν μετριούνται, ούτε πρέπει να μετριούνται, με αποκλειστικό γνώμονα τη δημοσιονομική πειθαρχία. Οικονομική ενοποίηση αντιστοιχεί σε κοινωνική ενοποίηση και όχι μόνον με βάση την ψυχοσύνθεση των λαών της Κεντρικής Ευρώπης. Η Ευρώπη, αναζητώντας μια ουτοπικά σκληρή δημοσιονομική πειθαρχία, βρίσκεται αντιμέτωπη με αναταράξεις χωρίς να φαίνεται στον ορίζοντα διάθεση αναζήτησης νέων πολιτικών. Οι ευρείες θεσμικές μεταρρυθμίσεις έχουν ουσιαστικά παγώσει τα τελευταία χρόνια κυρίως εξαιτίας της αντίστασης από τη γερμανική πλευρά, που φοβάται ότι οι πολίτες θα κληθούν να πληρώσουν τον λογαριασμό για τη δημοσιονομική ανευθυνότητα και τις υπερβολές των ασθενέστερων μελών της Ευρωζώνης. Μια μυωπική οπτική που κινδυνεύει να αποτρέψει την ανάδειξη πολιτικών αντιμετώπισης της νέας κρίσης που αναμένεται. Μιας κρίσης που δεν θα είναι μόνον οικονομική, αλλά πρωτίστως κοινωνική. Απόρροια της αδυναμίας αντίληψης του πραγματικού μεγέθους του προβλήματος αποτελεί η ανάδειξη αντισυστημικών και λαϊκίστικων κομμάτων και πολιτικών ως βασικών εκφραστών αυτής ακριβώς της αντίδρασης του μέσου πολίτη. Αυτή η αδυναμία ενός γραφειοκρατικά δομημένου συστήματος να εκτραπεί θετικά εκτός των κοινωνικά αναίσθητων πολιτικών του παρελθόντος και να αναδείξει μια νέα πολιτική κουλτούρα, αποτελεί τη βάση των αναγκαίων δομικών αλλαγών της Ευρωζώνης. Ειδικά μετά το Brexit, τις αναταράξεις που προκαλεί η Ιταλία και την εξέγερση των “κίτρινων γιλέκων”. Εν μέσω του συνολικού πλαισίου των δομικών αλλαγών που κυοφορούνται στην Ευρώπη, ο κύριος Τσακαλώτος, αναλώνοντας το όποιο πολιτικό κεφάλαιο έχει διαθέσιμο, προσπαθεί να πείσει πως στην παρούσα φάση η χώρα έχει οικονομικό αφήγημα χωρίς η Κυβέρνηση να αναδεικνύει μια ιδιαίτερη πολιτική . Οι αγορές και οι θεσμικοί επενδυτές, όμως, δεν υπνωτίζονται από επικοινωνιακές περιοδείες ή από τις προσεγγίσεις και αναφορές στους οίκους αξιολόγησης, η στήριξη των οποίων αναζητείται ως επικοινωνιακό εργαλείο ανάδειξης της υποτιθέμενης εξόδου από το μνημόνιο. Με αδύναμες τράπεζες, ανύπαρκτη κοινωνική πολιτική και αναπτυξιακή πολιτική στα όρια παραμυθιών με νεράιδες και ξωτικά, θα πρέπει μια αριστερή, όπως ισχυρίζεται, κυβέρνηση όχι μόνον να επιδεικνύει κοινωνική ειλικρίνεια, αλλά κυρίως να προσπαθεί να αναδεικνύει καινοτόμες πολιτικές χωρίς τεχνάσματα παραπλάνησης των αγορών, τη λειτουργία των οποίων φαίνεται να μην αντιλαμβάνεται ακόμα. Σε αντίθετη περίπτωση, η επόμενη κρίση θα βρει τη χώρα ακόμα πιο αδύναμη οικονομικά. Κυρίως όμως με πολιτικό έλλειμμα ανειλικρίνειας και λανθασμένης στόχευσης.
