του Διονύση Τεμπονέρα*
Ως μια «ιστορική συμφωνία(!) για τον κόσμο της εργασίας» χαρακτηρίσθηκε η Κοινωνική Συμφωνία που υπογράφηκε μεταξύ της κυβέρνησης και των εθνικών κοινωνικών εταίρων και παρουσιάστηκε στο Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, πριν από μερικές ημέρες.
Αμέσως, ο φιλοκυβερνητικός τύπος έσπευσε, να πανηγυρίσει για την επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων στα προ μνημονίων επίπεδα, αλλά και να προεξοφλήσει μεγάλες αυξήσεις στους μισθούς όλων των εργαζομένων.
Εκ δεξιών της Υπουργού Εργασίας παρευρέθηκε η ηγεσία της ΓΣΣΕ περιτριγυρισμένη από τους εργοδοτικούς φορείς. Η αρμόδια Υπουργός, κα Κεραμέως, ισχυρίστηκε ότι οι διαπραγματεύσεις για την επίτευξη της συμφωνίας κράτησαν 7 μήνες και κατέληξαν στη συμφωνία με την οποία «…τίθεται οριστικό τέλος σε μνημονιακούς περιορισμούς».
Είναι απορίας άξιο για ποιο λόγο η ΓΣΣΕ δια της ηγεσίας της παρευρέθηκε σ ένα κυβερνητικό σόου, που πράγματι δεν έχει προηγούμενο αλλά και καμία σχέση με το περιεχόμενο της κυβερνητικής ανακοίνωσης:
Την ίδια μέρα που έπεφτε νεκρός ένα εργαζόμενος στον ΗΣΑΠ σε εργατικό ατύχημα η ΓΣΣΕ αποφάσισε, να συνδράμει στην «εθνική ενότητα»(!) (βλ. συνέντευξη κα. Κεραμέως στο ραδιοφωνικό σταθμό Real Fm) και να συνυπογράψει…το τέλος των μνημονίων στις ΣΣΕ!
Ας δούμε όμως πρώτα την ουσία:
Αρχικά είναι ψευδές, ότι πρόκειται για μια ιστορική συμφωνία. Αν ίσχυε κάτι τέτοιο, τότε το ίδιο θα μπορούσε να επικαλεστεί και η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ το 2018-2019, όταν είχε κάνει πιο τολμηρά βήματα στην αποκατάσταση των συλλογικών διαπραγματεύσεων, χωρίς τις σχετικές «τυμπανοκρουσίες». Τότε βέβαια η ΓΣΕΕ δεν έδωσε συνέντευξη τύπου μαζί με την κα Αχτσιόγλου!
Δεν είναι ιστορική συμφωνία επίσης, γιατί ο βασικός κορμός των μνημονιακών ρυθμίσεων παραμένει ισχυρός εδώ και 13 χρόνια, οπότε και περιορίστηκαν οι Σ.Σ.Ε. με τον ν.4046/2012 και την σχετική Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου (ΠΥΣ 2012), νόμος που παραμένει σε ισχύ παρά την τυπική έξοδο από τα μνημόνια το 2018. Και σε αυτό οι ευθύνες του ΣΥΡΙΖΑ, είναι τεράστιες.
Ούτε φυσικά, πρόκειται να επιτευχθεί ο στόχος για κάλυψη από ΣΣΕ στο 80% των εργαζομένων, όπως ορίζει το ευρωπαϊκό πλαίσιο (με τα όποια προβλήματά του μετά την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου).
Έτσι, με βάση όσα ανακοινώθηκαν και αποτελούν προς το παρόν απλά μια «συμφωνία κυρίων» (και χωρίς να έχουμε δει ακόμα το σχετικό νομοσχέδιο) σημειώνουμε τα εξής:
1. Δεν επανέρχεται ο καθορισμός του κατώτατου μισθού στους «κοινωνικούς εταίρους» μέσω της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας. Επτά χρόνια μετά την «έξοδο» από τα μνημόνια η ΓΣΕΕ δεν έχει τη δυνατότητα να διαπραγματεύεται μισθούς, όπως το έκανε για πολλές δεκαετίες. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο αυτόματα το ποσοστό κάλυψης εργαζομένων από ΣΣΕ, από 24% που είναι σήμερα, θα εκτοξευόταν στο 60%. Η κυβέρνηση συνεπώς μπορεί, αλλά δεν θέλει…
2. Δεν αίρονται οι περιορισμοί στην επεκτασιμότητα των ΣΣΕ, στη δυνατότητα δηλαδή, που έχει ο αρμόδιος Υπουργός, να επεκτείνει την ισχύ μιας ΣΣΕ στο σύνολο του κλάδου. Πέφτει μεν το απαιτούμενο ποσοστό των εργαζομένων, που πρέπει να καλύπτεται από το 50% στο 40%, όμως παραμένει ό έλεγχος του ποσοστού κάλυψης(50%), διάταξη που ναι μεν ίσχυε από το ν.1876/1990, αλλά είχε καταστεί ανενεργός. Αντιλαμβανόμενη η κυβέρνηση, ότι με τη μείωση του ποσοστού στο 40% δεν πρόκειται, να καλύψει αρκετούς εργαζόμενους, εφευρίσκει την δυνατότητα των εθνικών κοινωνικών εταίρων(ΓΣΕΕ-ΣΕΒ κυρίως) να μπορούν να συνάπτουν ΣΣΕ χωρίς να γίνεται ο σχετικός έλεγχος στο ποσοστό κάλυψης. Έτσι όμως «καπελώνονται» οι κλαδικές ομοσπονδίες και η ΓΣΕΕ μετατρέπεται σε «υπερ-εταίρο» με τον κίνδυνο να αδρανοποιηθεί η κλαδική αυτονομία- αγωνιστική διεκδίκηση.
3. Δεν αποκαθίσταται ολικά η μετενέργεια των ΣΣΕ η δυνατότητα δηλαδή, οι κανονιστικοί όροι να ισχύουν και μετά την παράταση της λήξης μιας ΣΣΕ. Προ μνημονίων, ο χρόνος παράτασης μιας ΣΣΕ ήταν στο εξάμηνο, ενώ σήμερα παραμένει στο τρίμηνο. Σαφής είναι ο κίνδυνος στο μεσοδιάστημα, να υποχρεωθούν οι εργαζόμενοι να υπογράψουν ατομικές συμβάσεις με χειρότερους όρους μέσω κατάχρησης διευθυντικού δικαιώματος. Μένει να διευκρινιστεί, αν η ισχύ του νέου πλαισίου θα έχει αναδρομική ισχύ ή όχι, ενώ θετικό είναι, ότι στο διάστημα της παράτασης ισχύος της ΣΣΕ φαίνεται τουλάχιστον, να καλύπτονται οι νεοπροσλαμβανόμενοι εργαζόμενοι.
4. Δεν επανέρχεται η μονομερής προσφυγή στη διαιτησία, όπως ίσχυε προ μνημονίων, ενώ δεν αίρεται και η «υπαλληλοποίηση» του ΟΜΕΔ. Ορίζεται τριμελής επιτροπή από το ΔΣ του ΟΜΕΔ που θα περνάει από «κρησάρα» τα αιτήματα των συνδικάτων που θα απαιτούν να κάτσουν οι εργοδότες στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων. Οι εργοδότες φυσικά, θα εξακολουθούν να αρνούνται να συνάψουν ΣΣΕ με τους εργαζόμενους, χωρίς να μπορούν οι εργαζόμενοι να αντιδράσουν με αποτέλεσμα εκατομμύρια εργαζόμενοι, να παραμένουν σε «κενό» μισθολογικής (κυρίως) ρύθμισης.
5. Δεν επανέρχεται η αρχή της ευνοϊκότερης ρύθμισης, που ίσχυε παλιότερα και είχε επαναφέρει η κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ το 2019, ενώ παραμένουν σε ισχύ οι «εργοδοτικές» Ενώσεις Προσώπων που υποσκάπτουν το θεσμό των ΣΣΕ. Με εργοδοτικά τερτίπια και πιέσεις στους εργαζομένους οι εργοδότες θα συνεχίσουν να ακυρώνουν ευνοϊκούς εργασιακούς όρους.
6. Δεν αίρονται βασικοί περιορισμοί στην εγγραφή των συνδικάτων στο αντίστοιχο μητρώο συνδικαλιστικών οργανώσεων (ΓΕΜΗΣΟΕ) θέτοντας γραφειοκρατικούς περιορισμούς, «φακέλωμα» και «face control» στα σωματεία. Μειώνονται μεν αισθητά, αλλά αν ένα συνδικάτο δεν εγγραφεί στο μητρώο, χάνει κρίσιμες δυνατότητες συνδικαλιστικής παρέμβασης.
7. Παράλληλα, παραμένουν σε ισχύ τα 13ωρα, η απουσία πολιτικής υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων, ο περιορισμός του δικαιώματος στην απεργία, η υποστελέχωση του ΣΕΠΕ, οι λευκές συμβάσεις κλπ….
Συμπερασματικά λοιπόν, σε καμία περίπτωση το επικοινωνιακό σόου, που έστησε η κυβέρνηση (και στο οποίο συμμετείχε η ηγεσία της ΓΣΕΕ) δεν αποτελεί «ιστορική συμφωνία».
Επίσης, απέχουμε παρασάγγας από την επάνοδο στην προ μνημονίων εποχή σε σχέση με τις ΣΣΕ, ενώ στη καλύτερη των περιπτώσεων το ποσοστό κάλυψης εργαζομένων από ΣΣΕ δεν πρόκειται να αυξηθεί, παρά μερικές μόνο μονάδες.
Η Ελλάδα δυστυχώς, θα συνεχίσει να αποτελεί «ευρωπαϊκή εξαίρεση» στις ΣΣΕ.
Το χειρότερο είναι, ότι ακόμα και κόμματα του προοδευτικού χώρου (βλ. ΠΑΣΟΚ) χαιρέτισαν τη συμφωνία και την χαρακτήρισαν μάλιστα ως ένα θετικό βήμα…!
Κατόπιν των ανωτέρω τίθενται ερωτήματα στα οποία οφείλει να τοποθετηθεί η συνδικαλιστική ηγεσία των εργαζομένων:
-Για ποιο λόγο συμμετείχε στην συνέντευξη-παρωδία και δεν ανέμεινε την σχετική διαβούλευση στα πλαίσια του νομοθετικού έργου;
-Έχει στην κατοχή της κάποιο σχέδιο νόμου έστω για τα συμφωνημένα ή κινδυνεύει να εκτεθεί, όταν εμφανιστεί ο διάβολος και οι «λεπτομέρειες»;
-Ήταν ενήμερο το ΔΣ της ΓΣΣΕ(και υπήρξε σχετική εξουσιοδότηση) για το περιεχόμενο των διαπραγματεύσεων ή έγιναν όλα εν κρυπτώ, όπως καταγγέλλουν αρκετές παρατάξεις;
-Συμφωνεί άραγε με το δελτίο τύπου του Υπουργείου, που ισχυρίζεται, ότι πρόκειται για μια «ιστορική συμφωνία»; Αν όχι, θα καταγγείλει την κυβέρνηση για την επικοινωνιακή κατάχρηση;
-Συμφωνεί ότι «καταργούνται οι μνημονιακοί περιορισμοί» και επανερχόμαστε στα προ μνημονίων επίπεδα;
-Εκτιμά, ότι θα επιτευχθεί στο μέλλον ο στόχος για ποσοστό κάλυψης εργαζομένων από ΣΣΕ στο 80%;
-Πώς γίνεται να συμφωνείς σε νέο πλαίσιο για ΣΣΕ, όταν η κυβέρνηση αρνείται «τη βάση συζήτησης», την επαναφορά δηλαδή της Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης εργασίας;
-Πώς γίνεται να διαπραγματεύεσαι και να υποχωρείς απέναντι στην πλέον αντιλαϊκή, αντιθεσμική και αυταρχική κυβέρνηση των τελευταίων ετών παραγνωρίζοντας, ότι οι πολιτικές της κυβέρνησης έχουν οδηγήσει σε καταβαράθρωση των μισθών, σε μείωση της αγοραστικής δύναμης των εργαζομένων και στα περίφημα 13ωρα που ψηφίστηκαν μόλις πριν 1 μήνα;
-Ποια είναι η θέση της ΓΣΣΕ για τις μνημονιακές πολιτικές και πώς η θέση αυτή συνάδει με την συγκεκριμένη «συμφωνία» που ξεπλένει, νομιμοποιεί και εγκαθιστά στο διηνεκές όλες τις μνημονιακές ρυθμίσεις όλων των κυβερνήσεων της τελευταίας 15ετίας;
Δεν γνωρίζουμε τα κίνητρα, όσων αποφάσισαν αυτό το συνδικαλιστικό φιάσκο, αλλά αυτό που γνωρίζουμε με βάση τα συμφωνηθέντα (και μη) είναι, ότι δεν πρόκειται για μια ιστορική συμφωνία:
Πρόκειται για μια πρόβα συγκυβέρνησης και μια νέα κάλπικη εθνική ενότητα με συγκεκριμένο προεκλογικό πρόγραμμα…
Την μονιμοποίηση των μνημονίων και την «βουλγαροποίηση» των μισθών των εργαζομένων στην Ελλάδα για χάρη των μεγάλων επιχειρήσεων.
(Ο Διονύσης Τεμπονέρας είναι Δικηγόρος- Εργατολόγος)
