του Θεόδωρου Ξούλου*
Εκατοντάδες ασφαλισμένοι, πρώην ελεύθεροι επαγγελματίες και αγρότες, βρίσκονται σήμερα σε ένα παράδοξο διοικητικό αδιέξοδο: έχουν συμπληρώσει το απαιτούμενο ηλικιακό όριο και τα ελάχιστα έτη ασφάλισης, όμως η σύνταξή τους δεν απονέμεται. Ο λόγος δεν είναι η έλλειψη ασφαλιστικού χρόνου ούτε η μη πλήρωση των γενικών προϋποθέσεων. Είναι η ύπαρξη ρυθμισμένων οφειλών.
Η περίπτωση του νόμου Κατσέλη
Η πρώτη κατηγορία αφορά όσους εντάχθηκαν με δικαστική απόφαση στον Ν. 3869/2010 (γνωστό ως νόμο Κατσέλη). Μετά από πολυετείς δικαστικές διαδικασίες, πέτυχαν ρύθμιση ή και διαγραφή μέρους των οφειλών τους, συχνά με διάσωση της κύριας κατοικίας τους.
Ωστόσο, όταν έφτασαν στο στάδιο της συνταξιοδότησης, βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια απροσδόκητη συνέπεια: η δικαστική ρύθμιση της οφειλής δεν αρκεί για να ξεμπλοκάρει την απονομή της σύνταξης.
Η διοίκηση, μέσω του e-ΕΦΚΑ, αντιμετωπίζει το ζήτημα με αυστηρά τυπικά και λογιστικά κριτήρια. Ακόμη και όταν έχει εκδοθεί αμετάκλητη δικαστική απόφαση που ρυθμίζει ή μειώνει την οφειλή, στο επίπεδο της συνταξιοδοτικής διαδικασίας η τυπική ύπαρξη χρέους υπερισχύει της ουσιαστικής δικαστικής ρύθμισης. Έτσι, ο ασφαλισμένος παγιδεύεται σε ένα διοικητικό κενό: το κράτος αναγνωρίζει δικαστικά τη ρύθμιση, αλλά δεν την αναγνωρίζει λειτουργικά ως επαρκή προϋπόθεση για τη χορήγηση σύνταξης.
Το Υπουργείο Εργασίας, απαντώντας σε κοινοβουλευτικές ερωτήσεις, επισημαίνει ότι ο Ν. 3869/2010 δεν έχει κοινωνικοασφαλιστικό χαρακτήρα. Σκοπός του ήταν η ρύθμιση ιδιωτικών και δημόσιων οφειλών και η προστασία της πρώτης κατοικίας — όχι η ρύθμιση θεμάτων συνταξιοδότησης. Επιπλέον, τονίζεται ότι η ένταξη στον νόμο Κατσέλη δεν συνεπάγεται αυτομάτως αναγνώριση ασφαλιστικού χρόνου.
Η προσέγγιση αυτή μπορεί να ερείδεται σε στενή νομική ερμηνεία. Κοινωνικά, όμως, είναι προβληματική. Διότι οδηγεί στο αποτέλεσμα άνθρωποι άνω των 67 ετών, που έχουν εργαστεί επί δεκαετίες και έχουν συμπληρώσει τον απαιτούμενο χρόνο ασφάλισης, να στερούνται της σύνταξής τους εξαιτίας οφειλής που έχει ήδη τεθεί σε δικαστική ρύθμιση.
Το ίδιο αδιέξοδο στον εξωδικαστικό μηχανισμό
Ανάλογη εικόνα παρατηρείται και στους ασφαλισμένους που εντάχθηκαν στον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών του Ν. 4738/2020. Ο νόμος αυτός, στο πλαίσιο της λεγόμενης «δεύτερης ευκαιρίας», προβλέπει ρύθμιση οφειλών προς το Δημόσιο, τις τράπεζες και τους φορείς κοινωνικής ασφάλισης σε έως 240 δόσεις.
Χιλιάδες ελεύθεροι επαγγελματίες και αγρότες αξιοποίησαν το εργαλείο αυτό, ρύθμισαν τα χρέη τους και καταβάλλουν ανελλιπώς τις μηνιαίες δόσεις. Όταν, όμως, υποβάλλουν αίτηση συνταξιοδότησης, έρχονται αντιμέτωποι με ένα νέο εμπόδιο.
Ο e-ΕΦΚΑ δεν εξετάζει εάν ο ασφαλισμένος τηρεί τη ρύθμιση των 240 δόσεων. Εξετάζει εάν το συνολικό ύψος της οφειλής υπερβαίνει τα θεσπισμένα όρια που επιτρέπουν τη συνταξιοδότηση με παρακράτηση (20.000 ή 30.000 ευρώ, κατά περίπτωση, για τους ελεύθερους επαγγελματίες και 6.000 ή 10.000 ευρώ, κατά περίπτωση, για τους ασφαλισμένους του πρώην ΟΓΑ).
Εάν το ποσό υπερβαίνει τα όρια αυτά, ο ασφαλισμένος καλείται να καταβάλει εφάπαξ τη διαφορά εντός δύο μηνών. Αν δεν το πράξει, η σύνταξη δεν απονέμεται.
Με απλά λόγια: μπορεί να πληρώνει κανονικά 240 δόσεις και να είναι απολύτως συνεπής, αλλά να θεωρείται «μη επιλέξιμος» για σύνταξη επειδή το συνολικό υπόλοιπο της οφειλής υπερβαίνει το διοικητικό όριο.
Μια κοινωνικά οξύμωρη κατάσταση
Δημιουργείται έτσι μια κοινωνικά οξύμωρη εικόνα. Υπερήλικες που έχουν συμπληρώσει τα απαιτούμενα έτη ασφάλισης και το ηλικιακό όριο συνεχίζουν να εργάζονται — συχνά υπό επισφαλείς συνθήκες — επειδή δεν μπορούν να λάβουν τη σύνταξή τους. Η Πολιτεία τους παρέχει 240 δόσεις για να αποπληρώσουν τα χρέη τους. Όταν, όμως, φτάνουν στην πόρτα της συνταξιοδότησης, η ίδια ρύθμιση δεν «μετρά».
Το πρόβλημα δεν είναι τεχνικό. Δεν αφορά μια απλή λογιστική ασυμβατότητα ή ερμηνευτική λεπτομέρεια. Είναι βαθιά πολιτικό και κοινωνικό. Αγγίζει τον πυρήνα του δικαιώματος στην κοινωνική ασφάλιση και την αρχή της αναλογικότητας.
Η σημερινή πρακτική οδηγεί σε μια εμφανή αντίφαση:
• Από τη μία, το κράτος ενθαρρύνει τη ρύθμιση και τη συνέπεια.
• Από την άλλη, στην πράξη τιμωρεί τον συνεπή οφειλέτη, στερώντας του ένα θεμελιωμένο συνταξιοδοτικό δικαίωμα.
Μια ρεαλιστική και βιώσιμη λύση
Η αντιμετώπιση του ζητήματος δεν απαιτεί ανατροπή του συστήματος ούτε δημοσιονομικό ρίσκο. Θα μπορούσε να προβλεφθεί ρητά ότι ο ασφαλισμένος ο οποίος:
1. Έχει ενταχθεί σε ρύθμιση 240 δόσεων ή σε δικαστική ρύθμιση του Ν. 3869/2010,
2. Τηρεί αποδεδειγμένα τη ρύθμιση,
3. Έχει συμπληρώσει το απαιτούμενο ηλικιακό όριο και τα έτη ασφάλισης,
4. Πληροί τις λοιπές νόμιμες προϋποθέσεις, δύναται να λάβει σύνταξη με ταυτόχρονη συνέχιση της ρύθμισης μέσω παρακράτησης μέρους της σύνταξης.
Μια τέτοια νομοθετική παρέμβαση:
• Δεν θα υπονόμευε τη βιωσιμότητα του ασφαλιστικού συστήματος.
• Θα διασφάλιζε τη συνέχιση της αποπληρωμής των οφειλών.
• Θα απέτρεπε την πλήρη εισοδηματική ασφυξία των πολιτών.
• Θα εναρμονιζόταν ουσιαστικά με το πνεύμα της «δεύτερης ευκαιρίας».
Η «δεύτερη ευκαιρία» δεν μπορεί να μετατρέπεται σε θεσμική παγίδα. Και το δικαίωμα στη σύνταξη — ιδίως όταν έχουν συμπληρωθεί οι ουσιαστικές προϋποθέσεις — δεν μπορεί να εξαρτάται από την ικανότητα εφάπαξ καταβολής ποσών που αντικειμενικά δεν υφίστανται.
Στο τέλος του εργασιακού βίου, το διακύβευμα δεν είναι μόνο οικονομικό. Είναι ζήτημα αξιοπρέπειας, κοινωνικής δικαιοσύνης και, τελικώς, πολιτικής βούλησης.
*Οικονομολόγος – Σύμβουλος Ασφαλιστικών, Εργατικών & Συνταξιοδοτικών θεμάτων
