Παρά το γεγονός ότι η βιταμίνη D θεωρείται κρίσιμο θρεπτικό συστατικό που βοηθά το σώμα να απορροφήσει το ασβέστιο και να διατηρήσει την υγεία των οστών, η έλλειψή της παραμένει «μάστιγα». Περίπου το ένα τρίτο του πληθυσμού στις Ηνωμένες Πολιτείες εμφανίζει ανεπάρκεια, με τις γυναίκες να παρουσιάζουν ελαφρώς υψηλότερα ποσοστά. Οι επιστήμονες εξακολουθούν να διερευνούν τους λόγους αυτής της διαφοράς, αλλά και τι αποκαλύπτει για τον τρόπο με τον οποίο μελετάται και αντιμετωπίζεται η υγεία των γυναικών.
Η βιταμίνη D συμβάλλει καθοριστικά στην απορρόφηση του ασβεστίου και στη διατήρηση της οστικής υγείας. Για τις γυναίκες, το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς εμφανίζουν πολύ υψηλότερα ποσοστά οστεοπόρωσης, μιας πάθησης που χαρακτηρίζεται από εύθραυστα και αδύναμα οστά, αλλά και αυτοάνοσων νοσημάτων, όπως η σκλήρυνση κατά πλάκας. Οι ειδικοί επισημαίνουν, ωστόσο, ότι η έλλειψη βιταμίνης D δεν είναι εύκολο να εντοπιστεί χωρίς εργαστηριακό έλεγχο.
Αν και συχνά παρουσιάζεται ως πρόβλημα που μπορεί να αντιμετωπιστεί απλώς με μεγαλύτερη έκθεση στον ήλιο, όλο και περισσότερες γυναίκες καταφεύγουν στη λήψη συμπληρωμάτων, προκειμένου να καλύψουν τις αυξημένες ανάγκες του οργανισμού τους.
Η σημασία της βιταμίνης D για τις γυναίκες
Η οστική υγεία αποτελεί μεγαλύτερη πρόκληση για τις γυναίκες: τα περιστατικά οστεοπόρωσης είναι περίπου τέσσερις φορές περισσότερα σε σχέση με τους άνδρες. Η έλλειψη βιταμίνης D οδηγεί σε αδύναμα οστά και αυξημένο κίνδυνο καταγμάτων, γεγονός που καθιστά την επαρκή πρόσληψη ιδιαίτερα σημαντική.
Δεν υπάρχει βιολογικός λόγος που να καθιστά τις γυναίκες πιο επιρρεπείς στην ανεπάρκεια βιταμίνης D, αλλά παράγοντες τρόπου ζωής και σημαντικά στάδια της ζωής, όπως η εγκυμοσύνη και η εμμηνόπαυση, φαίνεται να συμβάλλουν. Μετά την εμμηνόπαυση, η μειωμένη παραγωγή οιστρογόνων επιταχύνει την απώλεια οστικής μάζας. Αντίστοιχα, κατά την εγκυμοσύνη, η βιταμίνη D είναι απαραίτητη τόσο για τη μητέρα όσο και για το αναπτυσσόμενο έμβρυο.
Νέα δεδομένα για τη βιταμίνη D και την υγεία των γυναικών
Η επιστημονική έρευνα δείχνει ότι η βιταμίνη D δεν επηρεάζει μόνο τα οστά. Μελέτες έχουν συσχετίσει την επάρκειά της με τη μείωση του κινδύνου αυτοάνοσων νοσημάτων, τα οποία πλήττουν δυσανάλογα τις γυναίκες. Σχεδόν τέσσερις στους πέντε ασθενείς με αυτοάνοσα νοσήματα είναι γυναίκες, γεγονός που αποδίδεται σε γενετικούς και ορμονικούς παράγοντες.
Η μακροχρόνια λήψη συμπληρωμάτων βιταμίνης D έχει συσχετιστεί με μείωση της εμφάνισης αυτοάνοσων νοσημάτων και ηπιότερα συμπτώματα σκλήρυνσης κατά πλάκας. Επιπλέον, η βιταμίνη D φαίνεται να επηρεάζει θετικά την ψυχική υγεία, τον μεταβολισμό, την καρδιαγγειακή υγεία, το σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών ακόμα και τη βιολογική γήρανση.
Πώς να καταλάβετε αν έχετε έλλειψη βιταμίνης D
Η ανεπάρκεια βιταμίνης D είναι συχνά «σιωπηλή», εκτός κι αν είναι σοβαρή. Ο πόνος στα οστά και στους μυς μπορεί να εμφανιστεί, αλλά συνήθως υποδηλώνει ήδη σοβαρή έλλειψη. Ο πιο αξιόπιστος τρόπος για να ελέγξετε τα επίπεδά σας είναι μέσω αιματολογικής εξέτασης, που μπορεί να ζητηθεί από γιατρό ή διαιτολόγο.
Γυναίκες με οικογενειακό ιστορικό οστεοπόρωσης, συχνά κατάγματα, έγκυες ή μεγαλύτερης ηλικίας ωφελούνται ιδιαίτερα από τακτικό έλεγχο. Επιπλέον, η γεωγραφική θέση, η έλλειψη ηλιακού φωτός και ο πιο σκούρος τύπος δέρματος μπορεί να αυξήσουν τον κίνδυνο.
Φυσικές πηγές βιταμίνης D
Η βιταμίνη D παράγεται στο δέρμα όταν οι ακτίνες UVB επενεργούν στα μόρια χοληστερόλης, και μπορεί επίσης να προσληφθεί από ορισμένες τροφές όπως λιπαρά ψάρια (σολομός, σκουμπρί), αυγά και εμπλουτισμένα γαλακτοκομικά προϊόντα.
Ωστόσο, η λήψη βιταμίνης D από τον ήλιο είναι περιορισμένη, καθώς η υπερβολική έκθεση στις ακτίνες UV μπορεί να βλάψει το δέρμα. Οι γυναίκες που χρησιμοποιούν αντηλιακό ή ακολουθούν αυστηρά χορτοφαγικές διατροφές συνιστάται να ελέγχουν τα επίπεδά τους.
Συμπληρώματα και ασφαλής δόση
Τα συμπληρώματα βιταμίνης D μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες σε πολλές περιπτώσεις, αλλά πρέπει να επιλέγονται με προσοχή. Τα προϊόντα με σήμανση «NSF» ή «USP» εξασφαλίζουν ότι η περιεκτικότητα αντιστοιχεί στην αναγραφόμενη.
Η συνιστώμενη δόση για ενήλικες είναι περίπου 600 διεθνείς μονάδες, με πιθανή αύξηση με την ηλικία. Η υπερδοσολογία μπορεί να προκαλέσει τοξικότητα, με συμπτώματα όπως ναυτία ή νεφρικά προβλήματα, καθώς η βιταμίνη D αποθηκεύεται στον λιπώδη ιστό. Συνεπώς, συνιστάται να γίνεται έλεγχος επιπέδων πριν από τη λήψη υψηλών δόσεων.
Πηγή: National Geographic
