Σε μία εποχή που το επάγγελμα του εφημεριδοπώλη σβήνει, μένουν πίσω μικρές και μεγάλες ιστορίες. Αναμβίφολα, η ζωή του Αλί Ακμπάρ είναι συναρπαστική. Ο 73άχρονος κάτοικος του Παρισιού, με καταγωγή από το Πακιστάν, ο οποίος θεωρείται ο τελευταίος εφημεριδοπώλης της Γαλλίας, έλαβε μίας από τις υψηλότερες κρατικές διακρίσεις. Σε ειδική τελετή στο Μέγαρο των Ηλυσίων, ο Εμανουέλ Μακρόν τον έχρισε Ιππότη του Εθνικού Τάγματος Αξίας, χαρακτηρίζοντάς τον ως «πιο Γάλλο από τους Γάλλους».
«Είστε η προφορά του 6ου διαμερίσματος, η φωνή του γαλλικού Τύπου τα πρωινά της Κυριακής — και κάθε άλλη μέρα της εβδομάδας για να είμαστε ακριβείς. Μία ζεστή φωνή που για περισσότερα από 50 χρόνια αντηχεί στις βεράντες του Σεν Ζερμέν, βρίσκοντας τον δρόμο της ανάμεσα στα τραπέζια των εστιατορίων», ανέφερε ο Μακρόν στην ομιλία του.
Ο Ακμπάρ δεν πουλά απλώς εφημερίδες. Συζητά με τους περαστικούς, χαιρετά παλιούς φίλους και προσφέρει χαμόγελα στους δρόμους της γαλλικής πρωτεύουσας.
Ο πρόεδρος της Γαλλίας εξήρε το ταξίδι που οδήγησε τον Ακμπάρ το 1973 στο Μέγαρο των Ηλυσίων. «Ως παιδί, έπρεπε να αντιμετωπίσετε τα χειρότερα: Φτώχεια, καταναγκαστική εργασία, βία. Ονειρευόσασταν μόνο ένα πράγμα: Να φύγετε. Διασχίσατε το Αφγανιστάν, το Ιράν, την Τουρκία, την Ελλάδα. Ζήσατε ως παράνομος μετανάστης και βιώσατε την ένδεια και τον συνεχή φόβο. Αλλά επιμείνατε», σημείωσε.
Πριν από την τελετή, ο Ακμπάρ τόνισε ότι αυτή η τιμή αποτελεί «βάλσαμο» για τις πολλές πληγές που βίωσε στη ζωή του, μιλώντας στο δίκτυο Franceinfo.
Με τη βοήθεια ενός Αργεντινού φοιτητή που πωλούσε περιοδικά, ο Ακμπάρ εντάχθηκε στην ομάδα των λίγων δεκάδων πωλητών εφημερίδων στη πόλη. Κατά τη διάρκεια της ημέρας, πουλούσε φύλλα σε ισχυρές προσωπικότητες, όπως ο πρώην Γάλλος πρόεδρος Φρανσουά Μιτεράν, αλλά και σε φοιτητές του Sciences Po που αργότερα θα στελέχωναν την πολιτική ελίτ, μεταξύ εκείνων ο Μακρόν και ο πρώην πρωθυπουργός, Εντουάρ Φιλίπ.
Ωστόσο, τα πρώτα χρόνια οι νύχτες του ήταν σκληρές, κοιμόταν στον δρόμο κάτω από γέφυρες ή σε άθλια δωμάτια, πασχίζοντας να στείλει χρήματα στην οικογένειά του στο Πακιστάν.
Παρά τις αντιξοότητες, ο Ακμπάρ έχτισε μία σταθερή ζωή και μεγάλωσε πέντε παιδιά, παραμένοντας στο πόστο του ακόμη και όταν η βιομηχανία του Τύπου άρχισε να φθίνει.
Σήμερα, αν και η ζήτηση έχει μειωθεί δραματικά λόγω της ψηφιακής εποχής –πουλώντας μόλις 20 αντίτυπα της Le Monde ημερησίως– δεν σκοπεύει να το εγκαταλείψει. Θα συνεχίσει να κάνει βόλτες στα καφέ της πόλης, όσο τού το επιτρέπουν οι δυνάμεις του.
«Η συνταξιοδότηση θα πρέπει να περιμένει έως το νεκροταφείο», κατέληξε αστειευόμενος.
