Φως στις συνθήκες υγιεινής που επικρατούσαν στην αρχαία Πομπηία και ιδιαίτερα στα δημόσια λουτρά που αποτελούσαν την «καρδιά των πόλεων», καθώς ήταν ένα μέρος, όπου οι αρχαίοι Ρωμαίοι χαλάρωναν και κοινωνικοποιούνταν, αποκάλυψε μία νέα μελέτη.
Οι ερευνητές ανακατασκεύασαν τις συνθήκες λουτρού στην αρχαία Πομπηία, η οποία καταστράφηκε από την έκρηξη του Βεζούβιου το 79 μ.Χ. εξετάζοντας τα συσσωρευμένα άλατα που εντοπίστηκαν στα πηγάδια, στους σωλήνες και στους τοίχους των λουτρών της πόλης, διαπιστώνοντας ότι οι συνθήκες υγιεινής ήταν μάλλον βρόμικες.
Τα ευρήματα της μελέτης υποδηλώνουν ότι πριν από την κατασκευή του υδραγωγείου, το νερό των λουτρών στην Πομπηία δεν πληρούσε τα υψηλά πρότυπα υγιεινής που συνήθως αποδίδονται στους Ρωμαίους, καθώς επαναχρησιμοποιούνταν για μεγάλες περιόδους και μολυνόταν σε μεγάλο βαθμό από ιδρώτα, σμήγμα, ούρα και άλλα οργανικά κατάλοιπα.
Η δρ. Γκιουλ Σουρμελιχίντι του Πανεπιστημίου Johannes Gutenberg στη Γερμανία, που ηγήθηκε της έρευνας, εξέτασε μαζί με την ομάδα της, τα επονομαζόμενα Ρεπουμπλικανικά Λουτρά, τα οποία χτίστηκαν τον 2ο αιώνα π.Χ., πριν από την επίσημη ενσωμάτωση της Πομπηίας στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και τα οποία συνέχισαν να χρησιμοποιούνται μέχρι τις αρχές του 1ου αιώνα, καθώς η πόλη ενσωματώθηκε πλήρως στον ρωμαϊκό κόσμο.
Η μελέτη επικεντρώθηκε στα άλατα που εντοπίστηκαν στους τοίχους και στους σωλήνες καθώς το νερό έρεε μέσα στο υδραυλικό σύστημα, με αποτέλεσμα να σχηματιστούν στρώσεις με την πάροδο του χρόνου, παρόμοιες με τους δακτυλίους των δέντρων. Στις στρώσεις αυτές παγιδεύτηκαν άτομα άνθρακα, τα οποία κατέγραψαν πότε οργανικά υλικά, συμπεριλαμβανομένων των αποβλήτων από το ανθρώπινο σώμα εισήλθαν στο σύστημα ύδρευσης.
Αναλύοντας αυτά τα άλατα από πηγάδια, δεξαμενές, αποχετεύσεις και το υδραγωγείο της πόλης, οι ερευνητές μπόρεσαν να παρακολουθήσουν πώς άλλαζε η ποιότητα του νερού καθώς περνούσε από αυτά. Η Πομπηία δεν είχε κανένα μεγάλο ποτάμι κοντά της με αποτέλεσμα για αιώνες, να βασίζεται σε βαθιά πηγάδια, μερικά από τα οποία έφταναν σε βάθος μεγαλύτερο των 30 μέτρων.
Το νερό αντλούσαν σκλάβοι, χρησιμοποιώντας μια συσκευή που προσομοίαζε σε νερόμυλο, σε μια αργή και κουραστική εργασία, η οποία έθετε όρια στην ποσότητα νερού που μπορούσε να παρέχεται, καθώς στην καλύτερη περίπτωση, ένα μεγάλο δημόσιο λουτρό μπορούσε να ανανεώνει τα νερά του μία φορά την ημέρα και σε ορισμένες περιπτώσεις, ίσως μόνο μία φορά κάθε δύο ημέρες.
Το συγκεκριμένο συμπέρασμα αποδεικνύεται από τα χημικά στοιχεία από τα άλατα που εντοπίστηκαν στα πρώτα δημόσια λουτρά της Πομπηίας και δείχνουν μια σημαντική μεταβολή στη σύνθεση των ισοτόπων άνθρακα μεταξύ του πηγαδιού και των δεξαμενών, και μια ακόμη μεγαλύτερη μεταβολή στους αποχετευτικούς αγωγούς. Αυτό εξηγείται καλύτερα από τη συσσώρευση οργανικών καταλοίπων από τον άνθρωπο όπως ιδρώτα, σμήγμα, έλαια μπάνιου, ούρα — και μικρόβια που τρέφονται με όλα τα παραπάνω.
Τα αποτελέσματα αποκαλύπτουν επίσης μόλυνση από μόλυβδο, που εισήχθη καθώς το νερό περνούσε από τους σωλήνες μολύβδου της Πομπηίας. Με την πάροδο του χρόνου, τα άλατα βοήθησαν στον περιορισμό της έκθεσης στον μόλυβδο, καθώς κάλυψαν το εσωτερικό των σωλήνων, μειώνοντας την απελευθέρωση του μετάλλου. Η ποιότητα του νερού βελτιώθηκε αργότερα, τον 1ο αιώνα μ.Χ., όταν η Πομπηία συνδέθηκε με ένα μεγάλο ρωμαϊκό υδραγωγείο κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορίας του Οκταβιανού Αυγούστου και αντί να βασίζεται σε υπόγεια ύδατα που αντλούνταν με μυϊκή δύναμη, η πόλη άρχισε να λαμβάνει φρέσκο νερό πηγής που μεταφερόταν με τη βοήθεια της βαρύτητας από τα Απέννινα Όρη.
Έτσι, η παροχή νερού, αυξήθηκε σημαντικά και όπως φαίνεται τα άλατα που σχηματίστηκαν μετά την κατασκευή του υδραγωγείου είναι λεπτότερα και χημικά διαφορετικά, παρουσιάζοντας πολύ λιγότερα σημάδια οργανικής μόλυνσης και παρόλο που η υγιεινή στα λουτρά δεν ήταν ακόμη τέλεια, βελτιώθηκε σημαντικά.
Πηγή: The Times
