ΕΜΜΗΝΟΠΑΥΣΗ και ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ
ΕΙΣΑΓΩΓΉ
Η φυσιολογική εμφάνιση της εμμηνόπαυσης σχετίζεται με τη μείωση της κατανάλωσης ενέργειας από τον οργανισμό κατά τις περιόδους φυσικής άσκησης και ξεκούρασης, η οποία οδηγεί στην επιτάχυνση της μείωσης της μάζας του σώματος, το οποίο είναι ελεύθερο λίπους. Αυτό, με τη σειρά του, οδηγεί στην αύξηση του λιπώδους ιστού και των επιπέδων της ινσουλίνης που εκκρίνονται κατά τη διάρκεια της νηστείας. Τα αποτελέσματα αυτής της αλλαγής στο μεταβολισμό του ανθρώπου επιβαρύνουν το καρδιαγγειακό σύστημα και αυξάνουν το κίνδυνο εμφάνισης παθήσεων που σχετίζονται με μεταβολικές διαταραχές. Το μεταβολικό σύνδρομο είναι η κυριότερη μεταβολική διαταραχή που σημειώνεται με την εμμηνόπαυση. Η εμμηνόπαυση χαρακτηρίζεται κυρίως, ως μια περίοδος, κατά την οποία συμβαίνουν σημαντικές αλλαγές στη φυσιολογία του ανθρωπίνου οργανισμού. Μέχρι πρότινος, επικρατούσε η επιστημονική άποψη, ότι η έλλειψη των ενδογενών οιστρογόνων οδηγεί στην αύξηση του σωματικού λίπους, με όλες τις επακόλουθες συνέπειες, όμως καινούργια δεδομένα έρχονται να συμπεριληφθούν από μελέτες με αντικείμενο τη θεραπεία ορμονικής υποκατάστασης (Hormone Replacement Therapy).
Σημαντικό ρόλο, έχει η αλληλεπίδραση μεταξύ γονιδίων και περιβάλλοντος στην αύξηση του σωματικού λίπους κατά τη διάρκεια της εμμηνόπαυσης. Αρκετές αποδείξεις έρχονται να προστεθούν στην επιστημονική γνώση που αναφέρουν το ρόλο των γονιδίων στο 40-90% των περιπτώσεων παχυσαρκίας και αυτό περιπλέκει περισσότερο το ρόλο αυτών των γονιδίων κατά την περίοδο της εμμηνόπαυσης.
Η εμφάνιση του καρκίνου του μαστού σημειώνει διαφοροποίηση, ανάλογα με την κατάσταση της εμμηνόπαυσης στην οποία βρίσκεται η ασθενής, και την παχυσαρκία που σημειώνεται. Για παράδειγμα σε μεγαλύτερες ηλικίες εμμηνόπαυσης η παχυσαρκία αποτελεί έναν αυξημένο παράγοντα κινδύνου για τον καρκίνο του μαστού.
Διαφορετικοί παράγοντες έρχονται να προστεθούν στη σχέση της αυξημένης τάσης για παχυσαρκία κατά την εμμηνόπαυση. Παλιότερες γνώσεις, όσον αφορά τον κίνδυνο αύξησης του σακχαρώδους διαβήτη και του ρόλου των οιστρογόνων που εμπλέκονται στην παχυσαρκία διελευκάνουν περισσότερο την παθογένεια νόσων που εμφανίζονται κατά την εμμηνόπαυση, όπως ο καρκίνος του μαστού.
ΜΕΤΑΒΟΛΙΚΟ ΣΥΝΔΡΟΜΟ
Το μεταβολικό σύνδρομο είναι ένα σύνολο ανωμαλιών του μεταβολισμού το οποίο χαρακτηρίζεται από αυξημένη εναπόθεση λίπους στην κοιλιακή χώρα, χαμηλά επίπεδα της υψηλής πυκνότητας λιποπρωτείνης (HDL), αυξημένα επίπεδα τριγλυκεριδίων και από υψηλή αρτηριακή πίεση. Τα κλινικά ευρήματα αυτά προδιαθέτουν την ασθενή σε κίνδυνο για καρδιαγγειακά νοσήματα και διαβήτη τύπου ΙΙ. Το σύνδρομο αυτό θεωρείται και ως προ-διαβητικό στάδιο και αναπτύσσεται όταν στο στάδιο της δυσλειτουργίας της αντοχής στη ινσουλίνη, η σύνθεση της από τα νησίδια του παγκρέατος δεν αρκεί για να κρατήσει τα επίπεδα της γλυκόζης σταθερά.
Συγκριτικές μελέτες μεταξύ ανδρών και γυναικών σε ηλικίες πριν την εμμηνόπαυση έχουν δείξει ότι οι άνδρες παρουσιάζουν μεγαλύτερες πιθανότητες να αναπτύξουν το μεταβολικό σύνδρομο. Όταν όμως συγκρίνονται γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση, και συγκεκριμένα μετά την ηλικία των 60 ετών, οι γυναίκες αυτές, έχουν σαφώς μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης του μεταβολικού συνδρόμου σε σχέση με τους άνδρες. Σε αυτό το αποτέλεσμα έρχονται να προστεθούν και τα αποτελέσματα πολυκεντρικών μελετών στην Κορέα και στην Κίνα όπου αποδεικνύεται η άμεση συσχέτιση μεταξύ της μετα-εμμηνοπαυσιακής περιόδου στη ζωή των γυναικών και του μεταβολικού συνδρόμου. Πρόσφατη μελέτη, πάλι στην Κίνα που συμπεριέλαβε μεγάλο πληθυσμό γυναικών, απέδειξε ότι παράγοντες όπως το κάπνισμα, η καθιστική ζωή και η κατανάλωση χοληστερόλης, επιβαρύνουν τον κίνδυνο εμφάνισης του συνδρόμου του μεταβολισμού στον γυναικείο πληθυσμό, ενώ η φυσική άσκηση, η κατανάλωση λαχανικών και λιγότερης χοληστερόλης και ο χαμηλότερος δείκτης αθηροσκλήρωσης, σχετίζονται με μικρότερα ποσοστά εμφάνισης του συνδρόμου αυτού και της μετέπειτα ανάπτυξης της καρδιαγγειακής νόσου.
Οι παράγοντες της υπεργλυκαιμίας, της δυσλιπιδαιμίας και της υπέρτασης που σχετίζονται με το μεταβολικό σύνδρομο προδιαθέτουν και στην ανάπτυξη του καρκίνου του μαστού στις μετα εμμηνοπαυσιακές γυναίκες που παρουσιάζουν αυξημένη μάζα λιπώδους ιστού.
ΟΡΜΟΝΙΚΕΣ ΑΛΛΑΓΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΜΜΗΝΟΠΑΥΣΗ
Η εμμηνόπαυση χαρακτηρίζεται από σημαντικές αλλαγές στη φυσιολογία των γυναικών, που ως βάση τους έχουν την μείωση της λειτουργίας των ωοθηκών και την μείωση του επιπέδου των οιστρογόνων στον ανθρώπινο οργανισμό. Η χρήση της θεραπείας υποκατάστασης για την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της εμμηνόπαυσης, έχει δώσει αντικρουόμενα αποτελέσματα, αφού η χρήση της ορμονικής υποκατάστασης ως θεραπεία θα έπρεπε θεωρητικά να μειώνει και το ποσοστό του λιπώδους ιστού που συσσωρεύεται λόγω της εμμηνόπαυσης.
Σχετικές μελέτες, έδειξαν, ότι η θεραπεία της ορμονικής υποκατάστασης ύστερα από δύο μήνες δεν μειώνει το δείκτη μάζας/σώματος στις μετα-εμμηνοπαυσιακές γυναίκες. Άλλη μελέτη, έδειξε, ότι ύστερα από ένα χρόνο χρήσης της συγκεκριμένης θεραπείας δεν σημειωνόταν διαφορά στην εναπόθεση λίπους μεταξύ της ομάδας των γυναικών που ελάμβαναν τη συγκεκριμένη θεραπεία και της ομάδας που δεν την ελάμβαναν. Παρατήρησαν, όμως, ότι στην ομάδα που δεν έπαιρνε αυτή τη θεραπεία υποκατάστασης, σημειωνόταν μια εναπόθεση λίπους ανδρικού χαρακτήρα σε σχέση με την ομάδα που ελάμβανε την εν λόγω θεραπεία.
Αντίθετα, μείωση του σωματικού λίπους, έδειξαν άλλες μελέτες σε ασθενείς που ελάμβαναν την συγκεκριμένη θεραπεία ύστερα από τρία χρόνια θεραπείας. Επιπρόσθετα, θα πρέπει να αναφέρει κανείς, ότι, οι ασθενείς που έπαιρναν οιστρογόνα δεν παρουσίασαν μείωση του σωματικού λίπους. Οι ασθενείς αυτοί παρουσίασαν αύξηση του σωματικού βάρους σε λίπος, πιθανόν λόγω της έλλειψης της οξείδωσης των λιπιδίων που προκαλείται από τα πόσιμα οιστρογόνα. Η έλλειψη των οιστρογόνων από τις ωοθήκες μπορεί να επηρεάσει τη σύσταση του σώματος σε λίπος με διαφορετικούς μηχανισμούς.
Έχει αποδειχθεί ότι η οιστραδιόλη καταστέλλει τη δράση ενός ενζύμου της λιπάσης των λιποπρωτεινών (lipoprotein lipase), ενός ενζύμου που υδρολύει τα τριγλυκερίδια ευνοώντας την εναπόθεση των ελευθέρων λιπιδίων από τα λιποκύτταρα. Άλλη μελέτη σε πειραματόζωα προσδιορίζει τα οιστρογόνα ως ανορεκτικά εμποδίζοντας την υπερκατανάλωση στη λήψη τροφής.
Επειδή, η οδός ενεργοποίησης του υποδοχέα των οιστρογόνων οδηγεί στην πορεία ανάπτυξης του καρκίνου του μαστού, η θεραπεία με πόσιμα οιστρογόνα δεν είναι προτιμητέα, αλλά αντί αυτού χρησιμοποιείται η εφαρμογή της θεραπείας της ορμονικής υποκατάστασης με άλλες ουσίες που μιμούνται την οιστραδιόλη. Την ίδια στιγμή φαρμακευτικές ουσίες που αναχαιτίζουν την ενεργοποίηση αυτού του υποδοχέα είναι έτοιμες προς χρήση.
Έιναι γεγονός, ότι η ανάπτυξη της ανδρογοναιμίας και η μελέτη των οιστρογόνων που παρουσιάζονται κατά την εμμηνόπαυση επιφέρουν αλλαγές στην φυσιολογία της γυναίκας με την έννοια ότι αποδεδειγμένα τα οιστρογόνα κατέχουν δράσεις κατά α) της παχυσαρκίας, β)της αθηροσκλήρωσης, γ)της υπέρτασης και δ) του διαβήτη. Η παχυσαρκία σχετίζεται με την αντοχή στην ινσουλίνη και στις ενδοκρινικές διαταραχές κατά τις οποίες σημειώνεται μείωση στην παραγωγή των γυναικείων ορμονών από τα ανδρογόνα. Η αθηροσκλήρωση, η μείωση των επιπέδων της χοληστερόλης, HDL και της οξείδωσης των λιπιδίων από την οιστραδιόλη αυξάνουν την τις αθηρωματικές πλάκες κατά την εμμηνόπαυση, ιδιαίτερα στην παχυσαρκία. Τα οιστρογόνα έχουν επίσης κατευναστικό ρόλο στην αρτηριακή πίεση καθώς ρυθμίζουν ανασταλτικά στοιχεία του κύκλου της ρενίνης-αγγειοτενσίνης, με το να αναστέλλουν την λειτουργία του ενζύμου που μετατρέπει την αγγειοτενσίνη1, προκαλώντας ένα αντι-υπερτασικό αποτέλεσμα.
Ενδιαφέρον, παρουσιάζουν μελέτες με αντικείμενο την αντι-οξειδωτική δράση των οιστρογόνων που αναφέρουν ότι, η δράση αυτή μπορεί να σχετίζεται με την καταστολή της φλεγμονής, τη μείωση των βλαβών στα αγγειακά τοιχώματα που οδηγούν στη δημιουργία πλακών αθηροσκλήρωσης και στην καταπολέμηση του καρκίνου.
Η αντιδιαβητική δράση των οιστρογόνων οφείλεται στην πραγματικότητα στη ρύθμιση της παραγωγής ινσουλίνης από το πάγκρεας. Η ενεργοποίηση του υποδοχέα-α των οιστρογόνων (Estrogen Receptor-a), προκαλεί την επιβίωση των β-κυττάρων και την μετέπειτα βιοσύνθεση της ινσουλίνης σε διαβητικούς και παχύσαρκους ασθενείς, ενώ η ενεργοποίηση του υποδοχέα β των οιστρογόνων ενισχύει την παραγωγή ινσουλίνης από τον ερεθισμό της γλυκόζης στα κύτταρα των νησιδίων του παγκρέατος
Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΓΟΝΙΔΙΩΝ ΣΤΗΝ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΜΜΗΝΟΠΑΥΣΗ
Η γενετική μηχανική έχει ανακαλύψει και το ρόλο των γενετικών παραγόντων, που αποτελούν παράγοντα κινδύνου για την εμφάνιση της παχυσαρκίας. Τα γονίδια που έχουν ενοχοποιηθεί σχετίζονται με τη λειτουργία του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος και ρυθμίζουν την κατανάλωση τροφής.
Εξετάζοντας διάφορους πληθυσμούς, και ανευρίσκοντας πολυμορφισμούς που σχετίζονται με διάφορες πληθυσμιακές ομάδες, οι μελέτες της γενετικής έχουν καταλήξει στο ότι πολυμορφισμοί μονο-νουκλεοτιδίων μπορεί να προκαλέσουν την τάση για παχυσαρκία. Για παράδειγμα, μελέτη που εξέτασε λευκούς Αμερικανούς ισπανικής και μη ισπανικής καταγωγής δεν παρουσίασε μεταβολές στο φαινότυπο του πολυμορφισμού τους, ενώ και οι δύο ομάδες παρουσιάζουν σαφείς ετερογενείς διαφορές μεταξύ των εγχρώμων Αμερικανών που συμπεριελήθφησαν στην μελέτη, υποδεικνύοντας τη διαφορετική γονιδιακή έκφραση ανάλογα με την εθνικότητα.
Πρόσφατα, σε σχετική μελέτη με αντικείμενο το ρόλο των πολυμορφισμών αυτών με την παχυσαρκία κατά την εμμηνόπαυση ανακαλύφθηκαν πολυμορφισμοί γονιδίων που σχετίζονται με την ανάπτυξη και ομοιόσταση του θυροειδούς, τη λειτουργία του νωτιαίου μυελού και την ανάπτυξη καρκίνων, όπως του αδενοκαρκινώματος του εντέρου.
Η μελέτη των γενετικών πολυμορφισμών, ίσως να καταλήξει στο μέλλον στον ακριβή εντοπισμό των μηχανισμών παθογένειας που καταλύουν την ανάπτυξη της παχυσαρκίας στην εμμηνόπαυση, αλλά και το συσχετισμό της νόσου της παχυσαρκίας σε αυτή την κατηγορία του πληθυσμού με τον καρκίνο του μαστού που αποτελεί συχνή ασθένεια σε αυτούς. Τα γονίδια που εμπλέκονται έχουν λειτουργίες στις μεταβολικές δραστηριότητες, αλλά και στη συνολική λειτουργία του Νευρικού Συστήματος, καθώς και στη συνολική ψυχολογική κατάσταση των ανθρώπων που ανήκουν σε αυτή την κατηγορία του πληθυσμού.
Η ΕΜΦΑΝΙΣΗ ΤΟΥ ΚΑΡΚΙΝΟΥ ΤΟΥ ΜΑΣΤΟΥ ΣΤΗΝ ΠΑΧΥΣΑΡΚΙΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΜΜΗΝΟΠΑΥΣΗ
Η εμφάνιση του καρκίνου του μαστού σε παχύσαρκες γυναίκες είναι αποτέλεσμα της αντοχής στην ινσουλίνη και των διαφόρων αλλαγών στην ομοιόσταση του οργανισμού. Κατά την παρουσία της παχυσαρκίας σημειώνονται φλεγμονές στον λιπώδη ιστό, οι οποίες και συντελούν στη μεταβολή διαφόρων ανοσολογικών παραγόντων, όπως η έκκριση κυτοκινών, η οποία και συμβαδίζει με την δυσλειτουργία του υπόλοιπου Ενδοκρινολογικού Συστήματος. Η χρόνια, αλλά χαμηλού βαθμού φλεγμονή, που σχετίζεται με την παχυσαρκία είναι καθοριστικός παράγοντας στην εγκατάσταση και περαιτέρω ανάπτυξη και πορεία του καρκίνου. Τα υψηλού επιπέδου αντισώματα IGF-I που συναντώνται στην παχυσαρκία μπορεί να συνδυάζουν μια κατάλληλη αντίδραση από τα κυκλοφορούντα Τ λεμφοκύτταρα και τα μακροφάγα, τα οποία και ακολουθούν την περαιτέρω έκκριση των κυτοκινών που δημιουργούν τη φλεγμονή. Τα κύτταρα του λιπώδους ιστού εκκρίνουν πρωτεινικής φύσεως κυτοκίνες που ονομάζονται λιποκυτοκίνες, όπως η λεπτίνη, η ρεζιστίνη και άλλες. Η βιοσύνθεση της λεπτίνης, είναι σε στενή σχέση με το επίπεδο της ινσουλίνης. Τα υψηλά επίπεδα της λεπτίνης έχουν ενοχοποιηθεί για τη δημιουργία του καρκίνου του μαστού, αλλά και για την μετανάστευση των κυττάρων αυτών. Από την άλλη μεριά η έκκριση της λιπονεκτίνης, μιας άλλης πρωτείνης που έχει αντικαρκινικές ιδιότητες και εκκρίνεται από τα λιποκύτταρα είναι μειωμένη στην παχυσαρκία. Η ισορροπία μεταξύ των δύο αυτών ουσιών, έχει πολύ σημαντικό ρόλο, στην εμφάνιση και πορεία του καρκίνου του μαστού, αλλά και σε άλλους καρκίνους που σχετίζονται με την παχυσαρκία
Η θεραπεία με ορμονική υποκατάσταση επιφέρει ευεργετικά αποτελέσματα στην εμφάνιση του καρκίνου του μαστού στην εμμηνόπαυση και ειδικά όταν αυτή συνδυάζεται με την παχυσαρκία.
Η πορεία της ανάπτυξης του μεταβολικού συνδρόμου, της αντοχής στην ινσουλίνη και μετέπειτα στην ανάπτυξη χρόνιας φλεγμονής με δυσμενείς εμφανίσεις καρκίνου, όπως ο καρκίνος του μαστού, δηλώνει ότι η εμφάνιση της παχυσαρκίας στην εμμηνόπαυση είναι ένας ιδιαίτερα σοβαρός παράγοντας παθογένειας που θα πρέπει να αντιμετωπισθεί σοβαρά στο μέλλον.
