Του Διονύση Γ. Γράψα, Ιστορικού
Σε μια εποχή όπου τα δικαιώματα προβάλλονται με ολοένα μεγαλύτερη ένταση σε κάθε πτυχή του ιδιωτικού και του δημόσιου βίου, η συζήτηση μοιάζει συχνά να κινείται με αυτονόητη παραδοχή ότι η ζωή μας μάς ανήκει πλήρως. Είτε πρόκειται για βάσιμες διεκδικήσεις είτε για αιτήματα που αγγίζουν τα όρια της υπερβολής, το κοινό νήμα είναι η ανάδειξη της ατομικής κυριαρχίας ως υπέρτατης αξίας.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ιδιαίτερο ενδιαφέρον προκαλεί το γεγονός ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο επέλεξε πρόσφατα να διοργανώσει ημερίδα με αντικείμενο τον «έλεγχο του θανάτου». Μια θεματική που, ανεξαρτήτως των επιμέρους εισηγήσεων, αγγίζει στον πυρήνα της το ζήτημα της ευθανασίας και της ανθρώπινης δυνατότητας –ή αξίωσης– να αποφασίζει για το τέλος της ζωής.
Η επαναφορά του θέματος στον δημόσιο διάλογο δεν είναι τυχαία. Η πρόοδος της ιατρικής, η παράταση της βιολογικής ζωής ακόμη και σε συνθήκες βαριάς ασθένειας, αλλά και η κοινωνική και οικονομική πίεση που συνοδεύει τέτοιες καταστάσεις, δημιουργούν νέα ερωτήματα. Οι υποστηρικτές της ευθανασίας επισημαίνουν ότι σε περιπτώσεις ανίατων ασθενειών η παύση της ταλαιπωρίας του ασθενούς αποτελεί πράξη ανθρωπιάς, ενώ ταυτόχρονα ανακουφίζονται οι συγγενείς από ένα δυσβάσταχτο ψυχικό και οικονομικό βάρος. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και το επιχείρημα της αξιοπρέπειας: η άρνηση να μετατραπεί ο άνθρωπος σε αντικείμενο παρατεταμένου πόνου και πλήρους εξάρτησης.
Απέναντι σε αυτά τα επιχειρήματα, ωστόσο, διατυπώνονται σοβαρές ενστάσεις. Από θεολογική σκοπιά, η ευθανασία θεωρείται πράξη που παραβιάζει το αυτεξούσιο της ζωής και αναιρεί τον ιερό χαρακτήρα της. Η ζωή δεν αντιμετωπίζεται ως ατομικό περιουσιακό στοιχείο, αλλά ως σχέση ευθύνης, που δεν επιδέχεται διαχειριστικούς υπολογισμούς. Η επίκληση μιας ιδιότυπης μορφής αυτοκτονίας στέκει ισχυρή και ακλόνητη.
Πέρα από τη θεολογία, τίθεται και ένα κρίσιμο ερώτημα ανθρωπολογικής και κοινωνικής φύσεως: μπορεί μια απόφαση για τον θάνατο να είναι πραγματικά ελεύθερη όταν λαμβάνεται υπό το κράτος αφόρητου πόνου, φόβου ή ψυχολογικής εξάντλησης; Πόσο αξιόπιστη είναι η επίκληση της «λογικής επιλογής» σε συνθήκες που η ανθρώπινη βούληση δοκιμάζεται στα όριά της;
Επιπλέον, η θεσμική νομιμοποίηση της ευθανασίας ενέχει τον κίνδυνο να αλλοιώσει τη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ ιατρού και ασθενούς. Ο γιατρός, από φορέας φροντίδας και ελπίδας, ενδέχεται να μετατραπεί σε παράγοντα λήψης αποφάσεων για το τέλος της ζωής. Παράλληλα, δεν μπορεί να αγνοηθεί ο κίνδυνος υποκρυπτόμενων οικονομικών κινήτρων ή κοινωνικών πιέσεων, ιδιαίτερα σε περιβάλλοντα όπου το κόστος της μακροχρόνιας περίθαλψης βαραίνει οικογένειες και συστήματα υγείας.
Η παρέμβαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου υπενθυμίζει ότι το ζήτημα της ευθανασίας δεν είναι απλώς ένα ακόμη πεδίο διεύρυνσης ατομικών δικαιωμάτων. Είναι ένα βαθιά ηθικό, κοινωνικό και πολιτισμικό ερώτημα, που αφορά το πώς αντιλαμβανόμαστε τη ζωή, τον πόνο και τα όριά μας. Και ίσως, τελικά, το κρίσιμο διακύβευμα δεν είναι αν μπορούμε να ελέγξουμε τον θάνατο, αλλά αν θέλουμε –και αν αντέχουμε– να τον μετατρέψουμε σε αντικείμενο επιλογής.
O Διονύσης Γ. Γράψας είναι ιστορικός.
