Σαν σήμερα έφυγε από τη ζωή ο νομπελίστας ποιητής Γ. Σεφέρης, 51 χρόνια πριν

 

 

Πενήντα ένα χρόνια συμπληρώνονται σήμερα (20/9) από τον θάνατο του σπουδαίου Έλληνα νομπελίστα ποιητή, διανοητή και διπλωμάτη, Γιώργου Σεφέρη.

Ο Γιώργος Σεφεριάδης, όπως ήταν το πραγματικό του όνομα, γεννήθηκε στα Βουρλά της Σμύρνης, στις 29 Φεβρουαρίου 1900, σύμφωνα με το Ιουλιανό ημερολόγιο, που ίσχυε τότε στην περιοχή. Ήταν πρωτότοκος γιος οικογένειας λογίων, της Δέσπως και του Στυλιανού Σεφεριάδη. Στα 18 του χρόνια βρέθηκε στο Παρίσι για σπουδές στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Σορβόνης.

Από το 1926 μέχρι και το 1964 υπηρέτησε στο Υπουργείο Εξωτερικών με σημαντική σταδιοδρομία στο διπλωματικό σώμα.

Η πρώτη του ποιητική συλλογή, με τον τίτλο «Στροφή», εκδόθηκε το 1931, την χρονιά που ο Γιώργος Σεφέρης διορίζεται διευθυντής του Ελληνικού προξενείου στο Λονδίνο, όπου θα υπηρετήσει μέχρι και το 1934.

Ακολούθησαν «Η στέρνα», «Το μυθιστόρημα», το «Τετράδιο Γυμνασμάτων», τα «Ημερολόγια καταστρώματος» και όλα τα υπόλοιπα, που εδραίωσαν ένα νέο κεφάλαιο της νεοελληνικής ποιητικής δημιουργίας.

Αν και ο πρώτος Έλληνας που τιμήθηκε με βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1963, Γιώργος Σεφέρης είναι γνωστός, μαζί με τον Ελύτη, ως ο σημαντικότερος Έλληνας ποιητής του 20ου αιώνα, αλλά και ως δοκιμιογράφος και μεταφραστής, ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η πορεία του ως διπλωμάτη και η πολιτική του σκέψη και στάση κατά τη διάρκεια της μακράς αυτής καριέρας.

Ύψιστης σημασίας γεγονός στη ζωή του αποτελεί η συνάντησή του το 1960 στο Λονδίνο με τον Μίκη Θεοδωράκη, όπου και θα ακολουθήσει η παρουσίαση τεσσάρων μελοποιημένων ποιημάτων του με τον τίτλο «Επιφάνια».

Το 1962 ανακαλείται στην Αθήνα μετά από αίτημά του και το 1964, μετά από 38 χρόνια στο διπλωματικό σώμα, συνταξιοδοτείται. Στις 28 Μαρτίου 1969 πραγματοποιείται η δημόσια δήλωση του Σεφέρη κατά της δικτατορίας.

Στο μεταξύ είχε έρθει και η ύψιστη αναγνώριση του έργου του, με τη βράβευση του το 1963 με το Νόμπελ Λογοτεχνίας, για το οποίο είχε προταθεί άλλες τρεις χρονιές, το 1955, το 1961 και το 1962. Ο Σεφέρης επελέγη «για το υπέροχο λυρικό ύφος του, που είναι εμπνευσμένο από ένα βαθύ αίσθημα για το ελληνικό πολιτιστικό ιδεώδες», ανάμεσα σε 80 υποψήφιους – όπως ο Μπέκετ, ο Νερούδα, ο Ανούιγ, ο Αραγκόν, ο Μπόρχες, ο Μπρετόν, ο Κοκτώ, ο Φροστ, ο Χάξλεϋ, ο Μαλρώ, ο Ναμπόκοφ, ο Μισίμα και ο Σαρτρ.

Χαρακτηριστικό δείγμα γραφής του σπουδαίου ποιητή είναι η «Ελένη», η οποία στην πένα του Σεφέρη μεταρέπεται σε ένα διαχρονικό σύμβολο της ματαιοπονίας και όλων των ιδανικών του ανθρώπου.

«Τ᾿ ἀηδόνια δὲ σ᾿ ἀφήνουνε νὰ κοιμηθεῖς στὶς Πλάτρες.»
Ἀηδόνι ντροπαλό, μὲς στὸν ἀνασασμὸ τῶν φύλλων,
σὺ ποὺ δωρίζεις τὴ μουσικὴ δροσιὰ τοῦ δάσους
στὰ χωρισμένα σώματα καὶ στὶς ψυχὲς
αὐτῶν ποὺ ξέρουν πὼς δὲ θὰ γυρίσουν.
Τυφλὴ φωνὴ ποὺ ψηλαφεῖς μέσα στὴ νυχτωμένη μνήμη
βήματα καὶ χειρονομίες. Δὲ θὰ τολμοῦσα νὰ πῶ φιλήματα,
καὶ τὸ πικρὸ τρικύμισμα τῆς ξαγριεμένης σκλάβας.

«Τ᾿ ἀηδόνια δὲ σ᾿ ἀφήνουνε νὰ κοιμηθεῖς στὶς Πλάτρες».
Ποιὲς εἶναι οἱ Πλάτρες; Ποιὸς τὸ γνωρίζει τοῦτο τὸ νησί;
Ἔζησα τὴ ζωή μου ἀκούγοντας ὀνόματα πρωτάκουστα:
καινούργιους τόπους, καινούργιες τρέλες τῶν ἀνθρώπων
ἢ τῶν θεῶν˙

ἡ μοίρα μου ποὺ κυματίζει
ἀνάμεσα στὸ στερνὸ σπαθὶ ἑνὸς Αἴαντα
καὶ μίαν ἄλλη Σαλαμίνα
μ᾿ ἔφερε ἐδῶ σ᾿ αὐτὸ τὸ γυρογιάλι.
Τὸ φεγγάρι
βγῆκε ἀπ᾿ τὸ πέλαγο σὰν Ἀφροδίτη˙
σκέπασε τὴν καρδιὰ τοῦ Σκορπιοῦ , κι ὅλα τ᾿ ἀλλάζει.
Ποῦ εἶν᾿ ἡ ἀλήθεια;
Ἤμουν κι ἐγὼ στὸν πόλεμο τοξότης.
τὸ ριζικό μου ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ξαστόχησε.

Ἀηδόνι ποιητάρη,
σὰν καὶ μία τέτοια νύχτα στ᾿ ἀκροθαλλάσι τοῦ Πρωτέα
σ᾿ ἄκουσαν σκλάβες Σπαρτιάτισσες κι ἔσυραν τὸ θρῆνο,
κι ἀνάμεσό τους – ποιὸς θὰ τὄ᾿ λέγε; – ἡ Ἑλένη!
Αὐτὴ ποὺ κυνηγούσαμε χρόνια στὸ Σκάμαντρο.
Ἦταν ἐκεῖ, στὰ χείλια τῆς ἐρήμου˙ την ἄγγιξα, μοῦ μίλησε:
«Δὲν εἲν’ ἀλήθεια, δὲν εἲν’ ἀλήθεια» φώναζε.
«Δὲν μπῆκα στὸ γαλαζόπλωρο καράβι.
Ποτὲ δὲν πάτησα τὴν ἀντρειωμένη Τροία».

Μὲ τὸ βαθὺ στηθόδεσμο, τὸν ἥλιο στὰ μαλλιά, κι αὐτὸ
τὸ ἀνάστημα
ἴσκιοι καὶ χαμόγελα παντοῦ
στοὺς ὤμους στοὺς μηροὺς στὰ γόνατα˙
ζωντανὸ δέρμα, καὶ τὰ μάτια
μὲ τὰ μεγάλα βλέφαρα,
ἦταν ἐκεῖ, στὴν ὄχθη ἑνὸς Δέλτα.
Καὶ στὴν Τροία;
Τίποτε στὴν Τροία – ἕνα εἴδωλο.
Ἔτσι τὸ θέλαν οἱ θεοί.
Κι ὁ Πάρης, μ’ ἕναν ἴσκιο πλαγίαζε σὰ νὰ ἦταν πλάσμα
ἀτόφιο˙
κι ἐμεῖς σφαζόμασταν γιὰ τὴν Ἑλένη δέκα χρόνια .

Μεγάλος πόνος εἶχε πέσει στὴν Ἑλλάδα.
Τόσα κορμιὰ ριγμένα
στὰ σαγόνια τῆς θάλασσας στὰ σαγόνια τῆς γῆς.
τόσες ψυχὲς
δοσμένες στὶς μυλόπετρες, σὰν τὸ σιτάρι.
Κι οἱ ποταμοὶ φουσκῶναν μὲς στὴ λάσπη τὸ αἷμα
γιὰ ἕνα λινὸ κυμάτισμα γιὰ μιὰ νεφέλη
μιᾶς πεταλούδας τίναγμα τὸ πούπουλο ἑνὸς κύκνου
γιὰ ἕνα πουκάμισο ἀδειανό, γιὰ μίαν Ἑλένη.
Κι ὁ ἀδερφός μου;
Ἀηδόνι ἀηδόνι ἀηδόνι,
τ’ εἶναι θεός; τί μὴ θεός; καὶ τί τ’ ἀνάμεσό τους;

«Τ᾿ ἀηδόνια δὲ σ᾿ ἀφήνουνε νὰ κοιμηθεῖς στὶς Πλάτρες».
Δακρυσμένο πουλί, στὴν Κύπρο τὴ θαλασσοφίλητη
ποὺ ἔταξαν γιὰ νὰ μοῦ θυμίζει τὴν πατρίδα,
ἄραξα μοναχὸς μ᾿ αὐτὸ τὸ παραμύθι,
ἂν εἶναι ἀλήθεια πὼς αὐτὸ εἶναι παραμύθι,
ἂν εἶναι ἀλήθεια πὼς οἱ ἄνθρωποι δὲ θὰ ξαναπιάσουν
τὸν παλιὸ δόλο τῶν θεῶν˙
ἂν εἶναι ἀλήθεια
πὼς κάποιος ἄλλος Τεῦκρος, ὕστερα ἀπὸ χρόνια,
ἢ κάποιος Αἴαντας ἢ Πρίαμος ἢ Ἑκάβη
ἢ κάποιος ἄγνωστος, ἀνώνυμος, ποὺ ὡστόσο
εἶδε ἕνα Σκάμαντρο νὰ ξεχειλάει κουφάρια,
δὲν τὄχει μὲς στὴ μοίρα του ν᾿ ἀκούσει
μαντατοφόρους ποὺ ἔρχονται νὰ ποῦνε
πὼς τόσος πόνος τόση ζωὴ
πῆγαν στὴν ἄβυσσο
γιὰ ἕνα πουκάμισο ἀδειανὸ γιὰ μίαν Ἑλένη.

https://www.ertnews.gr/

Διαβάστε επίσης

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ