Αποτυχία ή ατέλεια;

του Κώστα Μποτόπουλου*

 

 

Η Διάσκεψη της Γλασκώβης για το Κλίμα τέλειωσε και αυτό που η παγκόσμια κοινότητα έχει μπροστά της είναι όχι τόσο η αποτίμηση της τελικής συμφωνίας όσο η αποτίμηση της αποτίμησης. Η συμφωνία δεν είναι παρά μια βάση για συγκεκριμένες πράξεις και αποφάσεις, σε επίπεδο κρατών, ηγετών και πολιτών, άρα το μεγάλο ζητούμενο είναι αν ο συνδυασμός βημάτων προόδου και οπισθοχωρήσεων, και, μέσα από αυτόν, η στάση της ανθρωπότητας έναντι της προελαύνουσας κλιματικής αλλαγής, αρκούν για να αποφύγουμε την καταστροφή. Κι αν δεν αρκούν, τι πρέπει να κάνουμε στο εξής.

Υπάρχει ένας αναλυτικός/αριθμητικός κι ένας «ποιοτικός» τρόπος να κρίνουμε -από τώρα, αλλά με αίσθηση ότι όλα είναι ανοιχτά – τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν στη Γλασκώβη. Στα θετικά βήματα περιλαμβάνονται η συμπερίληψη του εξαιρετικά τοξικού μεθανίου στην επίσημη «μαύρη λίστα» των επικίνδυνων εκπομπών και η συμφωνία πάνω από 100 χωρών για μείωσή του κατά τουλάχιστον 30% ως το 2030. Η ανάληψη δέσμευσης για συνεργασία και για κοινά βήματα μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας. Η συμφωνία επίσης πάνω από 100 χωρών, στο έδαφος των οποίων βρίσκεται το 85% των επί γης δασών, για σταμάτημα της αποψίλωσης μέχρι το 2030. Υποσχέσεις για προώθηση μιας πιο «βιώσιμης», δηλαδή οικολογικής, γεωργίας, ενός επίσης σημαντικού τομέα ατμοσφαιρικής μόλυνσης που είχε μείνει εκτός ρύθμισης. Εντός των ανεπαρκών βημάτων, το βασικότερο πεδίο είναι ο άνθρακας, που αποτελούσε ως τώρα τον υπ’ αριθμόν ένα στόχο των κοινών προσπαθειών: στη Γλασκώβη, ενώ θεωρητικά επιβεβαιώθηκε η «δέσμευση» για μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα κατά 45% ως το 2030, υπό την πίεση κυρίως της Ινδίας, που υποστηρίχτηκε και από την κατά τα άλλα συναινετική Κίνα – είπαμε, τίποτα δεν είναι μονοσήμαντο -, ο στόχος μετακινήθηκε από τη «σταδιακή κατάργηση», με ορίζοντα το 2050, στη «σταδιακή εξάλειψη», με ορίζοντα το 2060 για την Κίνα και το 2070 για την Ινδία και με αύξηση, ως τότε, των επενδύσεων σε δραστηριότητες και υποδομές που σχετίζονται με τον άνθρακα. Αυτό σημαίνει ότι ο στόχος του 45% παγκοσμίως το 2030 κατέστη ουσιαστικά ανέφικτος. Στην τάση αυτή, δυστυχώς και κρυφίως, μετέχει και η Ευρωπαϊκή Ενωση, όπως μπορεί να διακρίνει κανείς μέσα από τα έργα που εγκρίθηκαν εντός του πρόσφατα συμφωνηθέντος προϋπολογισμού της. Κατώτερες των αναγκών υπήρξαν οι «δεσμεύσεις» και στο δεύτερο κρισιμότερο, μετά τον άνθρακα, ειδικό μέτωπο, εκείνο της οικονομικής βοήθειας προς λιγότερο ανεπτυγμένες ή αντιμέτωπες με ιδιαίτερα κλιματικά προβλήματα χώρες. Δεν προχώρησε επίσης η αναγκαία θέσπιση κοινών δεσμευτικών κανόνων για ένα όριο εκπομπών ανά χώρα, για φόρο επί εκπομπών που υπερβαίνουν το όριο, για ένα διεθνές σύστημα συναλλαγών για εκπομπές ρύπων, για το πώς θα εξαναγκάζονται οι χώρες να τηρούν τις «δεσμεύσεις» τους ή πώς θα «συμβάλλουν» εάν δεν τις τηρούν.

Πιο ζοφερή είναι η εικόνα υπό το «ποιοτικό» κριτήριο, που συνδέεται κυρίως με την πιθανότητα περιορισμού ή όχι της αύξησης της θερμοκρασίας κατά 1,5%, όριο που θεωρείται από τους επιστήμονες ακραίο για το μη ανεπίστρεπτο της καταστροφής. Με τη Συμφωνία της Γλασκώβης, το όριο αυτό μένει «ζωντανό», αλλά είναι εξαιρετικά δύσκολο να επιτευχθεί, αφού, όπως έχουν τα πράγματα, ο πλανήτης βαδίζει προς μια αύξηση 2,4%. Κι εδώ είναι που μπαίνει – από την πόρτα του Αρμαγεδδώνα, θα λέγαμε – η ανάγκη, και η ελπίδα, για άλλου είδους κινητοποίηση, με βάση τη Γλασκώβη αλλά υπερβαίνοντας την: με τολμηρότερους εθνικούς στόχους και αποφασιστικότερα εθνικά Κοινοβούλια, με αντίληψη από Κίνα και Ινδία ότι έχουν να κερδίσουν και όχι να χάσουν από τη μετάβαση σε μια «πράσινη» και στηριζόμενη στις νέες τεχνολογίες οικονομία, με διαρκή επαγρύπνηση της κοινωνίας των πολιτών και πίεση στις κυβερνήσεις, με άτυπες συμμαχίες για να «πειστούν» οι χώρες που αντιστέκονται σε αλλαγή πορείας και, φυσικά, με αλλαγή συνηθειών και αντιλήψεων από όλους μας. Ολα αυτά δεν είναι, και οφείλουμε να μην τα αφήσουμε να γίνουν, εκ των προτέρων ανέφικτα.

https://www.in.gr/

*Ο Κώστας Μποτόπουλος είναι συνταγματολόγος