Στερεότυπα, προκαταλήψεις, ρατσισμός και ανθρώπινα δικαιώματα

Της Κατερίνας Σολωμού, Αναπληρώτρια καθηγήτρια ιατρικής, Aντιπρόεδρος Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου Πατρέων, Yποψήφια βουλευτής ΚΙΝ.ΑΛ.

 

«Οι άνθρωποι λίγο πολύ μοιάζουν μεταξύ τους.  Απλά οι διαφορές τους επιδέχονται περισσότερη ανάλυση από τις ομοιότητές τους» ανέφερε η κορυφαία Αμερικανίδα δημοσιογράφος Linda Ellerbee.

Μήπως τελικά η αδυναμία ανάλυσης και διαχείρισης των διαφορών τους είναι αυτό που οδηγεί σε ρήξεις και συγκρούσεις;

Καθώς διανύουμε ήδη τη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα, ένα από τα ερωτήματα που πρέπει να μας απασχολήσουν είναι το αν και κατά πόσο έχουμε καταφέρει να απεμπλακούμε από στερεότυπα που κράτησαν δέσμια προκαταλήψεων την ελληνική κοινωνία στη διάρκεια της νεότερης ιστορίας της αλλά και το κατά πόσο νέα στερεότυπα πήραν τη θέση των παλιών και δημιούργησαν νέες αγκυλώσεις.

Το στερεότυπο δεν είναι παρά η προκατειλημμένη στάση ενός ατόμου ή μιας ομάδας, η οποία γενικεύεται και λαμβάνει χαρακτηριστικά κυρίαρχης θέσης, ενάντια στα ατομικά δικαιώματα και την ελευθερία ατόμων που διαφέρουν είτε σε επίπεδο θρησκείας, είτε σε επίπεδο φυλής είτε σε επίπεδο φύλου, οικονομικής και κοινωνικής θέσης, σωματικής ή πνευματικής ακεραιότητας.

Αποτέλεσμα αυτής της διαδικασίας είναι η κοινωνική καταπίεση ή η κοινωνική απαξίωση όσων δεν μοιάζουν ή δεν υπηρετούν το τρέχον κοινωνικό μας αφήγημα, με αποτέλεσμα οι όποιες διαφορές υπάρχουν να οξύνονται και η δυσκολία προσαρμογής ατόμων που κινούνται εκτός των στερεοτυπικών γραμμών να καθίσταται από δύσκολη έως αδύνατη.

Η προκατάληψη είναι μια εξελικτική πορεία που ξεκινάει από το σχολείο και από την οικογένεια, από εκεί δηλαδή που μπαίνουν οι βάσεις για την ανάπτυξη της προσωπικότητας.

Το περιβάλλον μέσα στο οποίο μεγαλώνουμε είναι αυτό που ορίζει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο και κατά συνέπεια, τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον πρόσφυγα, τον έγχρωμο, τον ομοφυλόφιλο, τον αλλόθρησκο, τον ανάπηρο, τον αδύναμο.

Από εκεί, από το σχολείο, από το σπίτι και από το ευρύτερο οικογενειακό περιβάλλον, ξεκινάει η ανακύκλωση συμπεριφορών η οποία καταλήγει κάτι σαν εθνική αντίληψη για τα πράγματα, για να διανθιστεί στην πορεία από τον δημόσιο πολιτικό και κοινωνικό λόγο, από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, ακόμη και από τη τέχνη και τους ανθρώπους του πνεύματος που δυστυχώς στις μέρες μας δεν αρθρώνουν τον λόγο που έχουμε ανάγκη στη συχνότητα που θα έπρεπε.

Τα τελευταία χρόνια γινόμαστε μάρτυρες μιας ιδιότυπης κατάστασης σε παγκόσμιο επίπεδο.

Όσο πιο πολυπολιτισμικές γίνονται οι κοινωνίες, τόσο πιο πολύ έδαφος κερδίζουν ακραίες φωνές και θέσεις που δημιουργούν ένα κλίμα φόβου, καχυποψίας ή ακόμη και πολεμικές διαθέσεις απέναντι στο διαφορετικό, με την καλλιέργεια στερεοτύπων και προκαταλήψεων, τα οποία με τη σειρά τους γεννούν τον ρατσισμό. 

Αυτό το  πλέγμα  αντιλήψεων, στάσεων, συμπεριφορών  και  θεσμοθετημένων  μέτρων, οδηγεί διακριτές κατηγορίες ανθρώπων στο περιθώριο ή τους καθιστά στόχους βίας.

Αλλά τι είναι τελικά ο ρατσισμός και πως ορίζεται σαν απόρροια των ανωτέρω?

Ο ρατσισμός είναι η αντίληψη ότι οι άνθρωποι δεν είναι όλοι ίσοι μεταξύ τους, αλλά διαχωρίζονται σε ανώτερους και κατώτερους. 

Τα είδη του είναι πολλά. 

Αρχικά ο  φυλετικός ρατσισμός, ο οποίος αφορά στη διάκριση των ανθρώπων  είτε με βάση το χρώμα του δέρματος, είτε με βάση τη φυλετική καταγωγή. Ο ορισμός προέρχεται από την ιταλική λέξη razza που σημαίνει φυλή. 

Οι φυλετικοί ρατσιστές πιστεύουν σε βιολογικές διαφορές μεταξύ των φυλών βάσει των οποίων και προσδιορίζουν αυτές σε ανώτερες και κατώτερες. Με τη θεωρία αυτή υποστηρίζουν ότι η φυλή με συγκεκριμένα ανώτερα εξωτερικά ή ανθρωπολογικά χαρακτηριστικά, έχει το δικαίωμα να θεωρεί εαυτόν της ανώτερη από τις άλλες.

Ως συνέπεια  αυτής της αντίληψης έχουμε  το μίσος και τον φόβο για άτομα που ανήκουν σε φυλές διαφορετικές από τη δική μας.

Χαρακτηριστικά σε ιστορικό επίπεδο, είναι τα παραδείγματα της διάκρισης μεταξύ ξανθής, Αρίας φυλής και των υπολοίπων εθνοτήτων με τα γνωστά συνεπακόλουθα που οδήγησαν στα εγκλήματα κατά των Εβραίων. Επιπλέον,  οι νέγροι και οι Ινδιάνοι έγιναν στόχος διακρίσεων και φυλετικού ρατσισμού στο πέρας της ιστορίας.

Ο εθνικός ρατσισμός, είναι ο ρατσισμός που οδηγεί στη διάκριση με βάση την εθνική καταγωγή. 

Ο εθνικός ρατσισμός ταυτίζεται με τον εθνικισμό και τον σοβινισμό.
Σαν παραδείγματα εθνικού ρατσισμού θα μπορούσαμε ιστορικά να αναφερθούμε στη θεωρία του Ναζισμού πριν και κατά την διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Ο  Χίτλερ υιοθετώντας τον κοινωνικό Δαρβινισμό έπεισε έναν ολόκληρο λαό για την ανωτερότητα της Αρίας φυλής και την κατωτερότητα των Εβραίων, των τσιγγάνων, των Πολωνών,  των Ρώσων, των αναπήρων και πολλών άλλων.
Αλλά και η αίσθηση ανωτερότητας των λευκών της Νότιας Αφρικής απέναντι στους έγχρωμους κατοίκους της, είναι μια μορφή εθνικού ρατσισμού.


Τα αίτια για αυτές τις περιπτώσεις είναι συνήθως η φιλοδοξία κάποιων ηγετών, οι οποίοι ως επιδέξιοι δημαγωγοί, με συνθήματα εθνικής ανωτερότητας και προκειμένου να ικανοποιήσουν τα σχέδια τους, παρασύρουν ένα λαό που έχει ανάγκη από πίστη, χωρίς όμως να αποκαλύπτουν τις πραγματικές τους προθέσεις.

Ένα τρίτο είδος ρατσισμού είναι ο θρησκευτικός ρατσισμός, η διάκριση δηλαδή των ανθρώπων με βάση τη θρησκεία. Δύο ομάδες που διαχρονικά υπόκεινται σε διακρίσεις είναι οι Εβραίοι και οι Μουσουλμάνοι, όχι μόνο για την καταγωγή τους και τα θρησκευτικά πιστεύω τους, αλλά,  σήμερα και για τα πολιτικά τους πιστεύω καθώς και την ευθύνη τους για τα παγκόσμια γεγονότα. Ο φανατισμός, θρησκευτικός ή εθνικός, που υποκινείται από οικονομικές ή πολιτικές σκοπιμότητες, αλλά και τραυματικές εμπειρίες του παρελθόντος που στηρίζονται στις μακραίωνες διαμάχες μεταξύ των λαών, εντείνουν τον θρησκευτικό ρατσισμό ενώ δημιουργούν κύμα φοβίας.

Η μισαλλοδοξία και οι διακρίσεις για παράδειγμα εναντίον των Μουσουλμάνων δεν είναι φαινόμενο καινούργιο. Επικαιροποιήθηκαν ωστόσο και εντάθηκαν τα τελευταία χρόνια, ιδίως μετά την έξαρση της τρομοκρατίας, την κήρυξη του πολέμου εναντίον της, την παγκόσμια οικονομική κρίση, και την ανασφάλεια για τις εθνικές ταυτότητες. Αυτοί οι παράγοντες συνέβαλαν στο να αυξηθεί η εχθρότητα και ο φόβος απέναντι στους Μουσουλμάνους και το Ισλάμ. Οι Μουσουλμάνοι συχνά περιγράφονται συλλήβδην σαν εξτρεμιστές που απειλούν την ασφάλεια και την ειρήνη των άλλων. Ιδεολογίες βασισμένες στη διαίρεση «εμείς» και «οι άλλοι» ενισχύουν την προκατάληψη που εμφανίζει τους Μουσουλμάνους σαν «εχθρούς». Κι αυτή η προκατάληψη πηγάζει από την απουσία κοινής ιστορίας καθώς και από την άγνοια για τις διαφορετικές κουλτούρες και θρησκείες.

Όμως,  και η προκλητική στάση ορισμένων μουσουλμάνων απέναντι στον Χριστιανισμό ή σε άλλες θρησκείες οι οποίες είναι κυρίαρχες στις χώρες στις οποίες ζουν και –κυρίως-τα εγκλήματα που διαπράττονται στο όνομα του Αλάχ, γίνονται αιτία για να στιγματιστεί ολόκληρη η μουσουλμανική κοινότητα και να αντιμετωπίζονται ως απειλή, ακόμη και από πολίτες που δεν είναι επιρρεπείς σε ρατσιστικές αντιλήψεις.

Ο πολιτιστικός ρατσισμός, εδράζεται στην αντίληψη ότι οι λαοί διαιρούνται με κριτήριο το πολιτιστικό τους επίπεδο με πιο συχνή την αντίληψη της πολιτιστικής ανωτερότητας του δυτικού κόσμου.  Είναι η αντίληψη που οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είναι αδύνατη η πολιτιστική ενσωμάτωση των ξένων μεταναστών και η  προοπτική μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας, η ανάμιξη των ξένων μεταναστών με τους αυτόχθονες. 

Ο πολιτιστικός ρατσισμός εκδηλώνεται με πολιτιστικές αξίες και πρότυπα, που προωθούν την ανωτερότητα της κυρίαρχης κουλτούρας, και υποβιβάζουν τη θέση των ατόμων, που αποτελούν φυλετικές θεωρούμενες υποδεέστερες ομάδες. Τα παραδείγματα περιλαμβάνουν ακόμη και τη διαφήμιση που χρησιμοποιεί στερεότυπα σε βάρος συγκεκριμένων ομάδων, αλλά και πρότυπα ομορφιάς, που αποκλείουν ή αγνοούν τους ανθρώπους από τις φυλετικά θεωρούμενες υποδεέστερες ομάδες. 

Ο κοινωνικοοικονομικός ρατσισμός διαχωρίζει τους ανθρώπους με βάση το κοινωνικό και οικονομικό τους στάτους,  το μορφωτικό επίπεδο, το επάγγελμα, το φύλο, τη σωματική ή νοητική ικανότητα, την αναπηρία, τις συνήθειες ή τις εξαρτήσεις. 

Εδώ έχουμε τους τύπους διαχωρισμού πλούσιοι-φτωχοί, μορφωμένοι-αμόρφωτοι, γυναίκες- άνδρες,  πνευματικοί άνθρωποι-χειρώνακτες, αρτιμελείς-άνθρωποι με ειδικές ανάγκες, υγιείς-πάσχοντες, ομοφυλόφιλοι- ετεροφυλόφιλοι. Θύματα αυτού του είδους του ρατσισμού αποτελούν και οι φορείς του AIDS, οι εξαρτημένοι σε εθιστικές ουσίες καθώς και άτομα με αναπηρία τα οποία αντιμετωπίζουν συχνά αποκλεισμούς, καχυποψία, φοβία και προκατάληψη. 

Ο πολιτικός ρατσισμός είναι η διάκριση των ανθρώπων με βάση την πολιτική τους ιδεολογία, με τον αν είναι δηλαδή κάποιος ακροαριστερός, φιλοβασιλικός, δημοκράτης ή ακροδεξιός.

Και από την άλλη, έχουμε τον πολιτικό λόγο που υποθάλπει τον ρατσισμό. Αυτό είναι κάτι πολύ σοβαρό καθώς ο ρατσιστικός λόγος έχει πολλαπλασιαστικές συνέπειες όταν προέρχεται από πρόσωπα με πολιτικό στάτους.

 Όταν οι πολιτικοί εκφράζονται ρατσιστικά, τότε νομιμοποιούν αυτές τις θέσεις και ένας από τους μεγαλύτερους κινδύνους που προκύπτει  είναι ότι οι επαναλαμβανόμενες ρατσιστικές δηλώσεις σταματούν να προκαλούν αίσθηση στον κόσμο γιατί απλά δημιουργείται εθισμός.

Ο ρατσισμός, θεωρείται παραβίαση του θεμελιώδους δικαιώματος του ανθρώπου στην ισότητα στους τομείς της εργασίας, της πολιτικής, της οικονομίας   και άλλων παραγόντων της καθημερινότητας. Στις μέρες μας εστιάζει περισσότερο στις πολιτιστικές και κοινωνικές διαφορές των φυλών και όχι στις βιολογικές, τις οποίες η σύγχρονη επιστήμη της βιολογίας έχει απορρίψει στο σκέλος της υπεροχής μιας φυλής έναντι μιας άλλης.  

Πρόκειται, σύμφωνα με τη διατύπωση του Γάλλου φιλοσόφου και ιστορικού των πολιτικών ιδεών  Πιερ Αντρέ Ταγκιέφ για έναν «διαφοριστικό ρατσισμό». 

Όπως επισημαίνει ο καθηγητής πολιτικής επιστήμης Ανδρέας Πανταζόπουλος, ο ιδεότυπος του σημερινού νέου ρατσισμού, σε αντίθεση με τον παλιό βιολογικό ρατσισμό, μπορεί να αναλυθεί στη μετατόπιση του ρατσιστικού λόγου από τη «φυλή», στην «κουλτούρα». Στην υποκατάσταση, δηλαδή, του επιχειρήματος για τη λεγόμενη φυλετική καθαρότητα, από αυτό της υπεράσπισης μιας αυθεντικής πολιτισμικής ταυτότητας.

Επίσης, σύμφωνα με τον Ταγκιέφ, ο σύγχρονος ρατσισμός εκφράζεται με τη μετατόπιση από την «ανισότητα» στη «διαφορά».

Η παλιά υποτίμηση των κατώτερων δηλαδή, δίνει σήμερα τη θέση της στη φοβία της ανάμειξης των πολιτισμών, ενώ ο σύγχρονος ρατσιστικός λόγος δύσκολα συλλαμβάνεται ως ρατσιστικός, γιατί ρίχνει όλο του το βάρος, στο υπονοούμενο. Κάπως έτσι, για παράδειγμα, η αντιμεταναστευτική στάση παρουσιάζεται ως ομαλή αντίδραση μιας κοινωνίας, η οποία θεωρεί ότι βρίσκεται σε κατάσταση νόμιμης άμυνας έναντι μιας εισβολής.

Όπως λένε οι πολιτικοί επιστήμονες, η επίκληση της εθνικής προτίμησης η οποία συμπυκνώνεται στη  φράση «πρώτα οι εθνικοί πολίτες» την οποία ακούμε συχνά, είναι μια έμμεση πολιτική αποκλεισμού από το εθνικό-κοινωνικό σώμα των άλλων, των διαφορετικών.

Στην ελληνική κοινωνία δυστυχώς δεν έχουν υποχωρήσει στο βαθμό που θα θέλαμε τα φαινόμενα ρατσισμού, παρά το γεγονός ότι έχουμε κάνει σημαντικά βήματα προς αυτή την κατεύθυνση τόσο θεσμικά όσο και κοινωνικά.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η σχέση μας με τους Ρομά και με τους μετανάστες.

Με τους Ρομά, η προκατάληψη διαρκεί πολλά χρόνια. Η φοβία ή η απαξίωση για τους τσιγγάνους είναι παρούσα σε καθημερινές συζητήσεις στα σπίτια και στην εργασία, στο σχολείο, στους πολεοδόμους που τοποθετούν τους Ρομά σε γκέτο. 

Για αιώνες τώρα, οι Ρομά είναι αποκλεισμένοι από τις διαδικασίες για τη δημιουργία ενός έθνους. Αυτομάτως με αυτό τον τρόπο τοποθετούνται στους «άλλους», σε αυτούς που στέκουν απέναντι από το «εμείς».

Η δική τους στιγματισμένη ταυτότητα γίνεται και αποδεικνύεται σχεδόν αδύνατο να ξεφύγει από τα δεσμά αυτά καθώς ριζώνεται τόσο βαθιά στην συνήθεια  ώστε να καταλήγει αυτοσυντηρούμενη. Οι Ρομά που στιγματίζονται ως φτωχοί και αβοήθητοι δεν μπορούν να βρουν δουλειά και μπορεί να καταλήξουν στους δρόμους να επαιτούν, πράγμα που σημαίνει ότι επιβεβαιώνονται τα στερεότυπα. Με τον ίδιο τρόπο, η κοινωνία των Ρομά, καταλήγει από μόνη της στην επαιτεία ως την ενδεδειγμένη λύση επιβίωσης για τους ανθρώπους της, επίσης ανακυκλώνοντας τα στερεότυπα που οδηγούν τους άλλους σε αυτή την αντίληψη.

Η Ελλάδα έχει εκτεθεί διεθνώς, καθώς βρίσκεται στην κορυφή των αρνητικά αξιολογούμενων κρατών στα ζητήματα των Ρομά.

Τα πενιχρά αποτελέσματα ουσιαστικής αντιμετώπισης της κατάστασης, η ελλιπής καταγραφή στοιχείων για τους Έλληνες Ρομά, η έλλειψη διάθεσης συνεργασίας μεταξύ των τοπικών αρχών αλλά και η άμεση σύνδεση της κρατικής αδράνειας με την επιθετική συμπεριφορά των Ρομά διαμορφώνουν το σκηνικό του προβλήματος, σε συνδυασμό με την άρνησή τους  στην εκπαίδευση και στο να ενταχθούν στην κοινωνία.

Aς προχωρήσουμε τώρα στους μετανάστες. 

Μια πρώτη έξαρση φοβίας και καχυποψίας απέναντί τους, είχαμε τη δεκαετία του ’90 όταν έφτασαν στη χώρα μας οι πρώτοι μετανάστες, οι οποίοι και θεωρήθηκαν απειλή  για την ελληνική κοινωνία και τον τρόπο με τον οποίο αυτή ήταν δομημένη.

Τη δεκαετία του  ΄90, όπως όλοι ξέρουμε, έφτασαν στην Ελλάδα παλλινοστούντες ομογενείς, κυρίως Έλληνες Πόντιοι από τις πρώην Σοβιετικές δημοκρατίες, Βορειοηπειρώτες, Αλβανοί, Γεωργιανοί, Ουκρανοί, Ρουμάνοι και Βούλγαροι. Μαζί με αυτούς και άνθρωποι από το Πακιστάν και το Μπαγκλαντές. 

Μαζί με τους μετανάστες, έκαναν την εμφάνισή τους και οι ρατσιστικές αντιλήψεις, και κυρίως η αντίληψη ότι οι μετανάστες είναι αυτοί που μας παίρνουν τις δουλειές και αλλοιώνουν την ελληνική  κοινωνία.

Για πολλά χρόνια στην Ελλάδα κάποιοι χρησιμοποιούσαν τη λέξη Αλβανός ως ύβρη. Θεωρούσαν  τους  Αλβανούς, τους Ρουμάνους ή τους Βούλγαρους ως την κατεξοχήν αιτία για την αύξηση των κρουσμάτων εγκληματικότητας. Πολλά ήταν και τα περιστατικά λεκτικής και σωματικής βίας, απειλών και προπαγάνδας κατά των κοινοτήτων των μεταναστών, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων ήρθε στη χώρα μας αναζητώντας εργασία. 

Αλλά ακόμη και σήμερα, είμαστε μάρτυρες ρατσιστικών εξάρσεων εναντίον τους, με αφορμή για παράδειγμα τους αριστεύσαντες μαθητές που κρατούν τη σημαία στις παρελάσεις και δεν τυγχάνει να είναι Ελληνικής καταγωγής αν και μετέχουν της ελληνικής παιδείας. Άραγε αυτή η ρατσιστική στάση έναντι αυτών των παιδιών μας τιμά και τι βιώματα τους δημιουργούνται με συνέπειες στην ενήλικη ζωή τους;

Αυτές οι αντιλήψεις βέβαια υποδαυλίστηκαν και από τη στάση των ίδιων των μεταναστών, μερίδα των οποίων ανέπτυξε παραβατική συμπεριφορά ή λειτούργησε  προκλητικά απέναντι στη χώρα υποδοχής με άλλους τρόπους, κάποιοι εκ των οποίων ήταν αποτέλεσμα και της εξαθλίωσής τους.

Στη συνέχεια στη χώρα μας και ιδίως εδώ στην Πάτρα, ζήσαμε την ένταση του μεταναστευτικού προβλήματος, τη δημιουργία καταυλισμών και την συνύπαρξη επί χρόνια με ανθρώπους που ζούσαν κάτω από άθλιες συνθήκες και αναζητούσαν μια καλύτερη ζωή στη δύση. Ανθρώπους που είδαν την Ελλάδα δηλαδή ως πέρασμα. 

Το 1996 είχαμε τις πρώτες αφίξεις Κούρδων μεταναστών  ως συνέπεια των διώξεων από το τουρκικό κράτος.

Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, μετά το  ξέσπασμα των πολέμων σε Αφγανιστάν και Ιράκ, η χώρα μας έγινε  βασικό σημείο εισόδου των μεταναστών από την Αφρική που αναζητούσαν τη μοίρα τους στη Δυτική Ευρώπη και χρησιμοποιούσαν το λιμάνι της Πάτρας σαν μέσο διαφυγής.

Είναι η εποχή που εγκλωβίζονται στην Ελλάδα και στην Πάτρα χιλιάδες μετανάστες, οι οποίοι ζουν σε καταυλισμούς, δημιουργώντας μικρά γκέτο, τα οποία γίνονται στόχος ρατσιστικών ομάδων που καλλιεργούν κλίμα ανασφάλειας στους πολίτες.

Ανασφάλεια, η οποία επίσης εδράζεται στην ανάπτυξη παραβατικότητας από την πλευρά των μεταναστών, αλλά και στην προκλητική στάση μιας μερίδας τους ή στη διασύνδεσή τους με κυκλώματα που τους χρησιμοποιούσαν για διάφορες έκνομες πράξεις.

Τα ξενοφοβικά στερεότυπα επανήλθαν δριμύτερα στην περίοδο της οικονομικής κρίσης. Πάντοτε άλλωστε σε περιόδους οικονομικής δυσχέρειας, κάνουν εμφάνιση ακραίες φωνές που βρίσκουν πρόσφορο έδαφος για να εκφραστούν εξαιτίας της κοινωνικής αρρυθμίας και της αγωνίας που αυτή προκαλεί.

Την ίδια περίοδο που  η χώρα μας ζούσε στη δίνη της οικονομικής κρίσης, κλήθηκε να διαχειριστεί και νέα μεγάλη κρίση, αυτή του προσφυγικού ζητήματος, διαδικασία που εξακολουθεί να  βρίσκεται σε εξέλιξη. 

Ο εγκλωβισμός προσφύγων στα νησιά και η προώθησή τους στην ενδοχώρα, έδωσε νέα τροφή στις φοβίες και στις φωνές που τις καλλιεργούν.

Την περίοδο της κρίσης έκαναν την εμφάνισή τους κόμματα και κομματικά μορφώματα τα οποία στήριξαν το αφήγημά τους στην ξενοφοβία με κυρίαρχο παράδειγμα την έξαρση της δυναμικής της Χρυσής Αυγής και τα γνωστά συνεπακόλουθα σε επίπεδο πολιτικής και κοινωνίας.

Βρεθήκαμε κάπως έτσι  να κινδυνεύουμε περισσότερο από τις ακραίες αντιδράσεις και την άνοδο της ακροδεξιάς που ήταν μια ορατή πραγματικότητα, παρά από τους υποθετικούς κινδύνους που εκείνη επικαλούνταν.

Ζήσαμε απίστευτα περιστατικά επιθέσεων κατά αλλοδαπών και είδαμε έντρομοι την αύξηση της απήχησης που είχαν αυτού του είδους οι θέσεις στην κοινωνία με επιβεβαίωση τα εκλογικά αποτελέσματα.

Aλλά και σήμερα τα στοιχεία που ανακύπτουν από τις έρευνες που είδαν πρόσφατα το φως της δημοσιότητας δείχνουν ότι η στάση των Ελλήνων απέναντι στους πρόσφυγες και τους μετανάστες διακατέχεται από καχυποψία και φόβο.

Η μια έρευνα έγινε από τη διαΝΕΟσις σε συνεργασία με το γερμανικό ίδρυμα Hanns Seidel και την εταιρεία ερευνών Marc και η άλλη από ομάδα ερευνητών υπό το συντονισμό της Επίκουρης Καθηγήτριας Συγκριτικής Πολιτικής στο Πανεπιστήμιο του Λάιντεν Βασιλικής Τσαγκρώνη και του Επίκουρου Καθηγητή Σπουδών Παγκοσμιοποίησης στο Πανεπιστήμιο του Μπράιτον Βασίλη Λεοντίτση, σε συνεργασία με την εταιρεία ερευνών ΚΑΠΑ Research. 

Με βάση λοιπόν αυτές τις έρευνες:

 Το 56% των ερωτηθέντων Ελλήνων  πιστεύουν ότι ο αντίκτυπος της ύπαρξης μεταναστών στην ελληνική οικονομία είναι αρνητικός.

Το 58% θεωρούν ότι η παρουσία μεταναστών στην Ελλάδα αποτελεί κίνδυνο αλλοίωσης της εθνικής μας ταυτότητας.

Το 79% δηλώνουν ότι η παρουσία των μεταναστών δεν συμβάλλει στην επίλυση του δημογραφικού.

 Το 53% πιστεύουν ότι η παρουσία μεταναστών αυξάνει την εγκληματικότητα.

Το 54% θεωρούν ότι στο μέλλον θα έρχονται περισσότεροι πρόσφυγες και μετανάστες.

 

Σε ό,τι αφορά τη στάση των προσφύγων και των μεταναστών, οι έρευνες δείχνουν  ότι: 

- Οι νέοι μετανάστες του δείγματος (Αφγανοί και Σύροι, που ζουν στην Ελλάδα ως και 1,5 χρόνο) έχουν σε μεγαλύτερο ποσοστό παιδιά από τους παλαιότερα εγκατεστημένους, γεγονός που αμφισβητεί τη βασική απεικόνιση των προσφύγων της κρίσης του 2015 ως «νέων, ανύπανδρων ανδρών».

 

-Η θρησκεία φαίνεται ότι δεν παίζει σημαντικό  ρόλο στη ζωή τους: 77% δήλωσαν ότι δεν λαμβάνουν ποτέ μέρος σε θρησκευτικές τελετές, ή συμμετέχουν σπάνια.

 

- Το 91% των νεότερων μεταναστών και προσφύγων δηλώνουν ως αιτία μετανάστευσης την "αποφυγή βίας". Το 75% έχει βιώσει αεροπορικές επιδρομές και το 50% έχουν δει το σπίτι τους να καταστρέφεται. 

 

- To 58% των Αφγανών και το 65% των Σύρων δηλώνουν πως σκοπεύουν να πάνε σε άλλη χώρα και μόνο 1 στους 4 δηλώνουν ότι θέλουν να μείνουν εδώ. 

 

-Αν και η μεγάλη πλειοψηφία παλαιών και νέων μεταναστών δηλώνουν ότι δεν έχουν ζήσει αρνητικές εμπειρίες συστημικών διακρίσεων στην Ελλάδα, και περίπου το 80% όλων των μεταναστών δηλώνουν ότι δεν νιώθουν απειλή, κατά κανόνα οι νέοι μετανάστες υποστηρίζουν  ότι έχουν υποστεί διακρίσεις σε μεγαλύτερα ποσοστά, κάτι που υποδηλώνει μια μικρή αύξηση της καχυποψίας απέναντι στους μετανάστες. Την ίδια ώρα, οι δικές τους απαντήσεις στην έρευνα της Δια ΝΕΟσις καταρρίπτουν τα φοβικά στερεότυπα και τις θεωρίες συνομωσίας ότι κύματα οικονομικών μεταναστών υπηρετούν κάποιο σχέδιο αλλοίωσης η υποκατάστασης του ελληνικού πληθυσμού. 

Φταίνε οι Έλληνες για το φόβο και την καχυποψία; 

Επιστρέψτε μου να πιστεύω πώς όχι. Οι Έλληνες στην πλειοψηφία μας  δείξαμε απίστευτη αλληλεγγύη και ανθρωπιά απέναντι στους μετανάστες. Το ίδιο και η Εκκλησία, οι  συλλογικοί φορείς και οι εθελοντικές οργανώσεις. 

Επί χρόνια κάναμε υπομονή παρέχοντας κάθε βοήθεια, πολίτες όλων των ηλικιών και κυρίως οι άνθρωποι των νησιών που έδωσαν μαθήματα ανθρωπιάς σε όλη την Ευρώπη.

Πόσο όμως μπορούμε να εξαντλούμε τους πολίτες στη χώρα μας κάνοντάς τους να υπομένουν όλα τα πολύ σοβαρά προβλήματα που ανακύπτουν από τη συνεχή συσσώρευση οικονομικών μεταναστών και προσφύγων εξαιτείας πολεμικών συρράξεων στον τόπο διαμονής τους; Και μέχρι πότε, η Ελλάδα θα εξακολουθεί να δέχεται αφειδώς μετανάστες; 

Η πρόσφατη κινητοποίηση στη Μυτιλήνη για το προσφυγικό που διοργάνωσε η Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου  μαζί με άλλους αυτοδιοικητικούς φορείς, έχοντας ως κεντρικό σύνθημα «θέλουμε πίσω τα νησιά μας, θέλουμε πίσω τη ζωή μας» δείχνει ότι τα περιθώρια της ανοχής και της υπομονής έχουν εξαντληθεί ιδίως στα νησιά μας όπου ζουν κάτω από άθλιες συνθήκες περί τους 40.000 μετανάστες με τους 20.000 από αυτούς να ζουν στη Μόρια και στη γύρω περιοχή. 

Το Δίκτυο Καταγραφής Περιστατικών Ρατσιστικής Βίας, σε πρόσφατη ανακοίνωσή του, αναφέρει ότι υπάρχει αύξηση στους δείκτες της ξενοφοβίας, που εντοπίζονται σε τοπικές μειοψηφικές ομάδες. Ωστόσο, όπως επισημαίνει το δίκτυο, «ο κίνδυνος γενίκευσής τους καθώς και η συμμετοχή θεσμικών εκπροσώπων σε αυτά, προκαλεί ανησυχία».

Οι κυβερνήσεις, τόσο η προηγούμενη όσο και η νέα, δεν κατάφεραν να δώσουν λύσεις για τους χιλιάδες πρόσφυγες που είναι εγκλωβισμένοι στα νησιά του Αιγαίου.  Διαχειρίστηκαν μάλιστα το προσφυγικό θέμα ως ένα αποκλειστικά ελληνικό ζήτημα με κίνδυνο να το καταστήσουν εθνικό πρόβλημα. Δεν απαίτησαν με σθένος την αλληλεγγύη της ΕΕ και δεν κατάφεραν να πείσουν για την ανάγκη μετεγκατάστασης ούτε ενός πρόσφυγα.

Σε τι οδηγεί το αδιέξοδο στο χειρισμό του μεταναστευτικού,  πέραν των πολλών πολιτικών και ανθρωπιστικών παραγόντων; Σε νέα φαινόμενα ρατσισμού. Σε νέες φοβίες, σε νέες διακρίσεις του τύπου «εμείς και οι άλλοι», σε ενδυνάμωση της ρητορικής του μίσους και της διαφορετικότητας.

Εδώ απαιτείται εγρήγορση. Οι όποιες ανησυχίες των τοπικών κοινωνιών δεν πρέπει να γίνουν σε καμία περίπτωση προϊόν εκμετάλλευσης από οργανωμένες ρατσιστικές ομάδες.

Οφείλουμε να προστατέψουμε τόσο η κυβέρνηση όσο και εμείς οι πολίτες, τις  αξίες της ελευθερίας και της ισότητας, πάνω στις οποίες στηρίζεται το κράτος δικαίου.

Η πίεση οδηγεί σε διχασμό των τοπικών κοινωνιών, δημιουργούνται συγκρούσεις και οι ακρότητες καραδοκούν.

Είναι  απαραίτητη η εθνική συναίνεση και πάνω από όλα η εθνική στρατηγική για να υπάρξει αποτέλεσμα. Είναι απαραίτητο να δούμε την ουσία  του προβλήματος που αφορά το τεράστιο έλλειμμα αλληλεγγύης από την Ευρώπη, η οποία αρνείται να αναλάβει τις ευθύνες της. Τα σύνορά μας είναι και σύνορά της.

Η ευθύνη των πολιτικών ηγετών στην καταπολέμηση της ρητορικής μίσους είναι εξαιρετικά σημαντική.

Τα  πολιτικά κόμματα οφείλουν να ευθυγραμμίζονται με τις υποδείξεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Κατά του Ρατσισμού και της Μισαλλοδοξίας, αλλά και να επικεντρωθούν στα αίτια που προκαλούν  τον ρατσισμό, παρεμβαίνοντας προληπτικά, επενδύοντας σε πολιτικές που προάγουν την κοινωνική ενσωμάτωση και δικαιοσύνη, την ισότητα και τη συμμετοχική δημοκρατία, ενθαρρύνοντας την ανοχή στη διαφορετικότητα και τον σεβασμό στον άνθρωπο.

Ένα πολύ σημαντικό και καίριο ρόλο σε αυτό έχουν τα Μέσα μαζικής Ενημέρωσης.

Δεν είναι λίγες οι φορές που έχουμε βρεθεί αντιμέτωποι με ρατσιστικά σχόλια ή με ρατσιστικές τοποθετήσεις ακόμη και υπουργών στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και στα μέσα  κοινωνικής δικτύωσης. Αυτό έχει ως  αποτέλεσμα να αναπαράγονται μαζικά  αρνητικά στερεότυπα ή ακόμη και ψευδείς ειδήσεις, κανονικοποιώντας, ή και ενθαρρύνοντας ξενοφοβικές και ρατσιστικές αντιδράσεις.

Ο ρατσισμός μας αφορά όλους και μας θέλει όλους σε εγρήγορση, ιδίως όσους καταθέτουν δημόσιο λόγο και επηρεάζουν ακροατήρια.

Ποτέ δεν ξέρεις πότε ο θύτης θα μετατραπεί σε θύμα και το αντίστροφο. Άλλωστε εμείς οι Έλληνες ιστορικά υπήρξαμε μετανάστες και γνωρίζουμε τι σημαίνει ρατσισμός στον τόπο υποδοχής.

Κατά τον ίδιο τρόπο, θα πρέπει και οι μετανάστες να σέβονται τον τόπο που τους φιλοξενεί, τα ήθη και τα έθιμά του, τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των ανθρώπων του, προκειμένου να υπάρξει αρμονία και ομαλή ένταξη.

Ο σεβασμός αποτελεί μια αμφίδρομη διαδικασία. 

Θα αναφερθώ σε αυτό το σημείο και σε δύο μορφές  του κοινωνικού ρατσισμού που συναντάμε σε μεγάλη έκταση στην καθημερινότητα στην ελληνική κοινωνία και θα πρέπει να μας προβληματίσουν.

Η μια είναι η διάκριση  σύμφωνα με την οποία ένας άνθρωπος δεν κρίνεται από τα ταλέντα και τις ιδιαιτερότητές του, αλλά από το φύλο του.

Αφορά και τα δύο φύλα, αλλά στην κοινωνία μας εδράζεται περισσότερο στην πεποίθηση ότι το ένα φύλο, το αρσενικό, είναι ανώτερο από το άλλο, το θηλυκό. Για τις γυναίκες περισσότερο, αυτό αποτελεί μια χρόνια στερεοτυπική απειλή.

Τα φαινόμενα ρατσισμού κατά των γυναικών και στη χώρα μας είναι πολλά. Από τις διαφημίσεις που  ευτελίζουν το γυναικείο φύλο και εργαλειοποιούν τη βία εναντίον του, μέχρι την εξαίρεση των γυναικών από τομείς  εργασίας, ή την λεκτική και όχι μόνο,  παρενόχλησή τους σε αυτόν.

Ρατσιστική από τη άλλη θα μπορούσε κανείς να πει ότι είναι και η ποσόστωση των κομμάτων, η επιβολή της συμμετοχής ενός συγκεκριμένου αριθμού γυναικών ή η εξαίρεση των ανδρών από επαγγέλματα που θεωρούνται γυναικεία υπόθεση.

Ο διαχωρισμός αυτός επιβάλει την αντίληψη που επικαλείται, ότι λόγω της φύσης μας είμαστε φτιαγμένοι για διαφορετικά επαγγέλματα και διαφορετικές αρμοδιότητες.

Κάποιες από αυτές τις αντιλήψεις είναι πλέον τόσο βαθιά ριζωμένες στην ελληνική κοινωνία που θεωρούνται κάτι σαν παράδοση, σαν ένα λογικό και φυσικό επόμενο, για αυτό και έχουν παγιωθεί στην κοινωνική συνείδηση και είναι πολύ δύσκολο να απαλειφθούν.


Την ίδια ώρα, ο λεκτικός σεξισμός, τείνει να λάβει χαρακτηριστικά επιδημίας, ιδίως στα social media, ενώ συχνά γινόμαστε μάρτυρες αντίστοιχων σχολίων στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης από εκπροσώπους του ελληνικού κοινοβουλίου, οι οποίοι εκφράζονται κατ΄ αυτόν τον τρόπο  ακόμη και μέσα στη Βουλή.

Μια άκρως ενοχλητική μάλιστα περίπτωση είναι η προσπάθεια νομιμοποίησης του λεκτικού ρατσισμού με πρόσχημα το χιούμορ ή την ειρωνεία, γεγονός που τον κάνει δύσκολα ανιχνεύσιμο και για αυτό ύπουλο και επικίνδυνο.

Είναι σαφές ότι αυτός ο λεκτικός ρατσισμός είναι ο προθάλαμος της σωματικής βίας εις βάρος των γυναικών, αν και από μόνος του ένας  τέτοιος λόγος κακοποιεί τη γυναικεία αξιοπρέπεια με την ίδια βαρβαρότητα.

Η δεύτερη πιο συνήθης μορφή κοινωνικής ρατσιστικής βίας είναι αυτή που βασίζεται στην  αντίληψη ότι η ετεροφυλοφιλία είναι η μόνη ηθικά αποδεκτή σεξουαλική συμπεριφορά.

Και στη χώρα μας έχουμε ζήσει πολλά περιστατικά βίας κατά ομοφυλόφιλων, έως λιντσαρίσματα, ψυχολογική βία λόγω έλλειψης αποδοχής από την οικογένεια, bullying στο σχολείο, ταπεινωτικά σχόλια στον χώρο εργασίας.

Στην Ελλάδα από το 1951 επιτρέπονται οι ομοφυλόφιλες σχέσεις. Από το 2005 υφίστανται οι νόμοι κατά των διακρίσεων στο χώρο εργασίας. Από το 2015 νομιμοποιήθηκε  το σύμφωνο συμβίωσης και δόθηκε νομική προστασία σε ομόφυλα ζευγάρια.

Σύμφωνα με τα συμπεράσματα Ούγγρων ερευνητών, οι οποίοι ανέλυσαν τα αποτελέσματα της Ευρωπαϊκής Κοινωνικής Έρευνας, η Ελλάδα αν και έχει πολλά βήματα να διανύσει σε αυτό τον τομέα, βρίσκεται ανάμεσα στις χώρες της Ευρώπης που σημειώνουν την μεγαλύτερη, θετική αλλαγή στο θέμα της ομοφοβίας.

 Να επισημάνουμε επίσης ότι η χώρα μας αποτελεί μία από τις λίγες ευρωπαϊκές χώρες που δεν ακολουθεί συγκεκριμένη πολιτική, αν και θα έπρεπε, στο θέμα της σεξουαλικής διαπαιδαγώγησης στα σχολεία, μαζί με τη Βουλγαρία, τη Λιθουανία, την Ιταλία και την Κύπρο.

Κατά τον ίδιο τρόπο, θα πρέπει και εδώ να επισημάνουμε ότι ο σεβασμός είναι αμφίδρομος. Όπως ελέγχεται η στάση των ετεροφυλόφιλων απέναντι στους ομοφυλόφιλους, τόσο ελέγχεται και η στάση μερίδας  ομοφυλόφιλων ενάντια σε πρόσωπα, θεσμούς και αξίες.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι όλες οι μορφές ρατσισμού καταστρατηγούν τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ανθρώπινες ελευθερίες, την  αξιοπρέπεια, τον σεβασμό και την προστασία της ζωής και της αξίας του κάθε ανθρώπου. 

Όπως δηλώνει η πρώτη πρόταση της Οικουμενικής Διακήρυξης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, ο σεβασμός στα ανθρώπινα δικαιώματα και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια «αποτελεί τον ακρογωνιαίον λίθο της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ειρήνης στον κόσμο.

Η Οικουμενική Διακήρυξη υπογραμμίζει την άρρηκτη σχέση των θεμελιωδών ελευθεριών με την  κοινωνική δικαιοσύνη, την ειρήνη και την ασφάλεια. 

Η  Διακήρυξη δεν ιεραρχεί τα δικαιώματα. Πιστεύει στην ισοτιμία  των πολιτικών, οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών δικαιωμάτων, καθώς και στη μεταξύ τους αλληλεξάρτηση.

Η κοινωνία των πολιτών επαγρυπνά για τα ανθρώπινα δικαιώματα, αποκτώντας  όλο και μεγαλύτερη επιρροή. Δεν υπάρχει ωστόσο αμφιβολία ότι παρά την πρόοδο τόσο σε νομικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο, έχουμε να διανύσουμε ακόμη πολύ μεγάλο δρόμο.

Θα ολοκληρώσω με τη θεμελιώδη σημασία της παιδείας και της εκπαίδευσης στην προσπάθεια πάταξης του ρατσισμού σε όλες του τις μορφές.

Όπως είπα και στην αρχή, από το οικογενειακό περιβάλλον και το σχολείο ξεκινάει η ανακύκλωση συμπεριφορών η οποία καταλήγει να γίνεται εθνική αντίληψη για τα πράγματα. 

Και τι άλλο παρά εθνική αντίληψη μπορεί να είναι ό,τι αναπαράγεται από το εκπαιδευτικό μας σύστημα, από την ποιότητα της διδακτέας ύλης, μέχρι την στάση των εκπαιδευτικών απέναντι σε κοινωνικά ζητήματα που απαιτούν ειδικό χειρισμό και, κυρίως, μια πολυπολιτισμική αντίληψη.

Το εκπαιδευτικό σύστημα κάθε χώρας, εκ των πραγμάτων καλείται πλέον να ενσωματώσει άτομα διαφορετικής θρησκείας, φυλής και χρώματος και να τα εντάξει σε ένα πλαίσιο σεβασμού, ισοτιμίας και αξιών με επίκεντρο τον άνθρωπο.

Καλείται με λίγα λόγια το εκπαιδευτικό σύστημα να βοηθήσει στην κατεύθυνση της συνειδητοποίησης και της άρσης των προκαταλήψεων, αλλάζοντας το κλίμα στο οποίο θα κινηθεί η κοινωνία του μέλλοντος. 

Αυτή η συνειδητοποίηση αφορά τους μαθητές, τους εκπαιδευτικούς και τους γονείς, καθώς όλοι μας λίγο ή πολύ είμαστε φορείς στερεοτύπων που έχουν καλλιεργηθεί στο πέρας των χρόνων, χωρίς μάλιστα να έχουμε συνειδητοποιήσει κάποια από αυτά, καθώς τα στερεότυπα γεννούν τις προκαταλήψεις με μια υπόγεια, διαδικασία που δεν γίνεται εύκολα αντιληπτή. 

Ο ρατσισμός είναι έλλειμμα παιδείας και η παιδεία είναι το όπλο μας κατά του ρατσισμού, το όπλο μας για τη δημιουργία κοινωνιών χωρίς αποκλεισμούς. 

Τα παιδιά επιβάλλεται από μικρή ηλικία να διδάσκονται την ισότητα, τον σεβασμό και την ανεκτικότητα.

Πολιτεία, εκπαιδευτικοί και γονείς οφείλουν να συνεργαστούν. Η μεν Πολιτεία με  πολιτικές  υπέρ της εξάλειψης των διακρίσεων, οι δε  εκπαιδευτικοί με την κατάλληλη επιμόρφωσή τους η οποία είναι και ευθύνη του Υπουργείου Παιδείας  και οι γονείς με τη δική τους επιμόρφωση μέσα από τη συμμετοχή τους στις διαδικασίες ενημέρωσης σε συνεργασία με τους εκπαιδευτικούς και το σχολείο.

Είναι επιβεβλημένη η επικαιροποίηση του εκπαιδευτικού υλικού από το νηπιαγωγείο, ώστε να απαλειφθεί κάθε αναφορά ρατσιστικού περιεχομένου και ώστε η διδακτέα ύλη να αντανακλά τη διαφορετικότητα και την πολυφωνία της σημερινής κοινωνίας.

Αν δεν αλλάξουμε την παιδεία, δεν μπορούμε να αλλάξουμε τίποτα.

 «Όλοι οι άνθρωποι γεννιούνται ελεύθεροι και ίσοι στην αξιοπρέπεια και τα δικαιώματα. Είναι προικισμένοι με λογική και συνείδηση, και οφείλουν να συμπεριφέρονται μεταξύ τους με πνεύμα αδελφοσύνης», λέει το πρώτο άρθρο της Οικουμενικής Διακήρυξης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του Ο.Η.Ε. 

Και αυτό πρέπει επιτέλους να μας γίνει συνείδηση.

 

(Ομιλία στη Διακίδειο Σχολή)

 

Διαβάστε επίσης