Λαγκάρντ: Γιατί η παγκόσμια αγορά κρέμεται σήμερα από το στόμα της «σοφής κουκουβάγιας»

 

Η πρώτη συνέντευξη Τύπου της νέας προέδρου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, ύστερα από την, επίσης πρώτη της, συνεδρίαση του νομισματικού συμβουλίου αναμένεται με τεράστιο ενδιαφέρον παγκοσμίως.

Τα λόγια της κυρίας Λαγκάρντ μπορούν να κινήσουν τις αγορές σε μία ή την άλλη κατεύθυνση, μπορεί να προκαλέσουν εκπλήξεις ή όχι. Ουδείς γνωρίζει, καθώς οι αγορές αρέσκονται στο να ερμηνεύουν τους χρησμούς του εκάστοτε κεντρικού τραπεζίτη δίνοντας σημασίας και στις λεπτότερες αποχρώσεις.

Ενδεικτικό της ιδιότυπης σύγχρονης αυτής οιονοσκόπησης είναι ότι οι αναλυτές, που διϋλίζουν και την κάθε λεπτομέρεια όταν πρόκειται για κεντρικές τράπεζες, παρατηρούν, όπως έγραψαν οι Financial Times, ότι η κυρία Λαγκάρντ από τις αρχές Νοεμβρίου που ανέλαβε καθήκοντα έχει αναφερθεί στις αρνητικές επιπτώσεις της χαλαρής νομισματικής πολιτικής περισσότερες φορές  από ό,τι στην ετοιμότητα της ΕΚΤ να χρησιμοποιήσει όλα τα διαθέσιμα εργαλεία. 

Προσοχή: Η κυρία Λαγκάρντ είπε και τα δύο, αλλά το πρώτο περισσότερες φορές, οπότε αυτό ίσως να έχει σημασία, αφού εάν υποδεικνύει κάποια αδιόρατη αλλαγή πολιτικής, τότε  μετοχές, ομόλογα και νομίσματα αξίας τρισεκατομμυρίων ευρώ είναι έτοιμα να αλλάξουν κατεύθυνση και χέρια μέσα σε δευτερόλεπτα, δημιουργώντας τεράστια κέρδη ή ζημίες. 

Καθώς δεν υπάρχουν προηγούμενα «μοτίβα» της κυρίας προέδρου και επειδή η ίδια δεν είναι οικονομολόγος, αλλά νομικός -και κατά βάση πολιτικός- ορισμένοι δεν αποκλείουν ότι μπορεί να ξεφύγει από την παραδοσιακή τεχνική και συγκρατημένη ορολογία που καθιέρωσε ο προκάτοχός της Μάριο Ντράγκι, ανοίγοντας το δρόμο για αλλαγές πολιτικής ή και παρεξηγήσεις.

Από την άλλη πλευρά, είναι πολύ πιθανόν ότι δεν θα υπάρξουν και εκπλήξεις. Το βασικό ερώτημα είναι εάν η κυρία Λαγκάρντ θα συνεχίσει την «χαλαρή» νομισματική πολιτική του κυρίου Ντράγκι ο οποίος φρόντισε πριν την αποχώρησή του να κληροδοτήσει μια σειρά νέων μέτρων (μείωση επιτοκίων, νέο πρόγραμμα αγοράς ομολόγων 20 δισ. ευρώ μηνιαίως, διευκολύνσεις για συμμετοχή των τραπεζών σε φθηνή μακροπρόθεσμη χρηματοδότηση) τα οποία εφαρμόστηκαν μόλις τον περασμένο Σεπτέμβριο.

Θα αλλάξει ρότα η κυρία Λαγκάρντ; Κι αν ναί, πότε; Αυτή είναι ερώτηση του… τρισεκατομμυρίου.

Ένα τέτοιο ενδεχόμενο, πάντως, είναι ελάχιστα πιθανόν τουλάχιστον άμεσα,  σύμφωνα με την κρατούσα άποψη ανάμεσα στους αναλυτές, τις επενδυτικές εταιρείες και όλους όσοι παρακολουθούν τα ζητήματα αυτά.

Η Κριστίν Λαγκάρντ είχε επανειλημμένα τονίσει από την προηγούμενη θέση της ως γενική διευθύντρια του ΔΝΤ  ότι τα μέτρα στήριξης της παγκόσμιας οικονομίας ήταν εκ των ων ουκ άνευ και πίεζε μάλιστα τις κυβερνήσεις να στηρίξουν και αυτές την προσπάθεια αυξάνοντας τις δημόσιες δαπάνες για επενδύσεις και κατανάλωση, αφού τα μέτρα των κεντρικών τραπεζών είναι μεν απαραίτητα αλλά όχι αρκετά.

Αυτή ίσως να είναι και η μεγάλη προσπάθεια της Γαλλίδας πολιτικού, να «πείσει» τη Γερμανία να εγκαταλείψει το δόγμα Σόιμπλε για μηδενικά ελλείμματα και να προχωρήσει η μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης σε ένα πρόγραμμα επενδύσεων που θα παρασύρει προς τα πάνω και τις οικονομίες των άλλων χωρών.

Αυτό είναι το μεγάλο ζητούμενο της ευρωπαϊκής οικονομίας, σε συνδυασμό με την «πράσινη» στροφή η οποία έχει στόχο όχι μόνο την αποτροπή της κλιματικής καταστροφής, αλλά και την τόνωση της οικονομίας με «πράσινες» επενδύσεις.

Η «γραμμή» αυτή την οποία ασπάζεται η Λαγκάρντ μόνο ανάσχεση της νομισματικής χαλάρωσης δεν προοιωνίζεται, αλλά οι ανά τον κόσμο επενδυτές δεν παύουν να έχουν αρκετά ερωτήματα, τα οποία έχουν τόσο να κάνουν με το στιλ της νέας σιδηράς κυρίας της Ευρωζώνης όσο και με την ουσία.

Θα είναι ένα «περιστέρι», όπως αποκαλούνται οι υποστηρικτές της χαλαρής νομισματικής πολιτικής ή ένα «γεράκι», όπως  ονομάζονται οι υπέρμαχοι της σκληρής νομισματικής πολιτικής.

Στους τελευταίους ανήκουν οι Γερμανοί και οι Ολλανδοί, που θεωρούν ότι η χαλαρή νομισματική πολιτική πρέπει να εγκαταλειφθεί διότι δημιουργεί σοβαρά προβλήματα όπως η εξαφάνιση των αποδόσεων στις καταθέσεις των αποταμιευτών και τα διαθέσιμα των συνταξιοδοτικών ταμείων, το φούσκωμα των χαρτιών (μετοχές, ομόλογα) και ο αλόγιστος δανεισμός ακόμα και προβληματικών εταιρειών. 

Η κυρία Λαγκάρντ, όταν ρωτήθηκε σχετικά, ξεπέρασε το δίλημμα με ένα ευφυολόγημα, λέγοντας ότι θα είναι «μια κουκουβάγια, ένα πολύ σοφό ζώο», αλλά το ερώτημα παραμένει.

Ένα από τα θέματα που έχουν ενδιαφέρον είναι οι εξηγήσεις της κυρίας Λαγκάρντ για το θέμα της «αναθεώρησης των πολιτικής» της ΕΚΤ, την οποία έχει προαναγγείλει. Κάτι τέτοιο μπορεί να σημαίνει πάρα πολλά, αφού αφορά τον πυρήνα της αποστολής της κεντρικής τράπεζας και τους στόχους της. Η τελευταία αναθεώρηση είχε γίνει το 2003, όταν υιοθετήθηκε ο στόχος ότι ο πληθωρισμός πρέπει να είναι «κάτω από 2% αλλά κοντά σε αυτό«.

Τα τελευταία χρόνια η ΕΚΤ δεν έχει καταφέρει να καλύψει το στόχο αυτό, παρά τους ποταμούς χρήματος που έχει διοχετεύσει μέσω των μαζικών εξαγορών ομολόγων από την ελεύθερη αγορά (ποσοτική χαλάρωση) και τα μηδενικά έως αρνητικά επιτόκια. Τα τελευταία στοιχεία για το Νοέμβριο έδειξαν πληθωρισμό 1%, που είναι βέβαια πολύ κάτω από το στόχο και προοιωνίζεται ότι τα μέτρα χαλάρωσης θα είναι παρόντα για καιρό.

Όμως, εάν η πολιτική αλλάξει και τεθεί για παράδειγμα όχι μόνο ένα ανώτατο όριο, αλλά και ένα κατώτατο, αυτό ίσως να σημαίνει ότι η ΕΚΤ θα είναι ικανοποιημένη και με έναν πληθωρισμό στο 1,5% για παράδειγμα, πράγμα που -εάν γίνει- θα σημάνει λήξη της νομισματικής χαλάρωσης νωρίτερα.

Ένα άλλο ζήτημα για το οποίο αναμένεται αποσαφήνιση, είναι η πράσινη στροφή, την οποία η κυρία Λαγκάρντ έχει χαρακτηρίσει κρίσιμο ζήτημα, ευθυγραμμιζόμενη έτσι με την πολιτική της προέδρου της Κομισιόν κυρίας Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν.

Η κυρία Λαγκάρντ είχε μιλήσει ακόμα για ένα πρόγραμμα αγορών από την ΕΚΤ πράσινων ομολόγων, στο πλαίσιο αυτό, αν και στη συνέχεια σχετικοποίησε το όλο ζήτημα.

Σημαντικό ρόλο θα παίξουν και οι προβλέψεις της ΕΚΤ σχετικά με την πορεία της οικονομίας της ευρωζώνης, οι οποίες δεν αναμένεται να είναι διαφορετικές σε σχέση με τις προηγούμενες, οι οποίες έδειχναν μια ελαφρά βελτίωση, αλλά θα δοθούν οι πρώτες προβλέψεις για το 2022, οπότε θα φανεί εάν προβλέπεται περαιτέρω βελτίωση της οικονομίας -και επομένως λιγότερη ανάγκη για νομισματική χαλάρωση.

 

Διαβάστε επίσης