Νέες ταινίες: Ο Μπραντ Πιτ με το Ad Astra κυνηγάει το Oσκαρ στο Διάστημα

Στις νέες ταινίες που έρχονται στις κινηματογραφικές αίθουσες αυτή την εβδομάδα, ο Τζέιμς Γκρέι στέλνει τον Μπραντ Πιτ στο διάστημα – πιθανόν και στα Όσκαρ-, η βραβευμένη με Πούλιτζερ «Καρδερίνα» της Ντόνα Ταρτ μεταφέρεται στη μεγάλη οθόνη κι ένα δυνατό οικολογικό θρίλερ από τη Γαλλία διεκδικεί την προσοχή μας.

Ad Astra
Σκηνοθεσία: Τζείμς Γκρέι
Παίζουν: Μπραντ Πιτ, Τόμι Λι Τζόουνς, Ρουθ Νέγκα, Λιβ Τάιλερ, Ντόναλντ Σάδερλαντ
 

Περίληψη: Ο αστροναύτης Ρόι ΜακΜπράιντ ταξιδεύει στα πέρατα του ηλιακού συστήματος για να βρει τον χαμένο πατέρα του και να διαλευκάνει ένα μυστήριο που απειλεί την επιβίωση του πλανήτη. Το ταξίδι του θα φέρει στην επιφάνεια μυστικά που θέτουν υπό αμφισβήτηση τη φύση της ανθρώπινης ύπαρξης και τη θέση μας στο σύμπαν.

Ο Τζέιμς Γκρέι ( «Δύο Έρωτες», «Κάποτε στη Νέα Υόρκη», «Η Χαμένη Πόλη του Ζ») καθοδηγεί τον Μπραντ Πιτ σε ένα γαλαξιακό ταξίδι αυτογνωσίας.

Σε ένα όχι και τόσο μακρινό μέλλον, ο αστροναύτης Ρόι ΜακΜπράιντ είναι ο αρχηγός μιας αποστολής, η οποία θα κατασκευάσει τη μεγαλύτερη κεραία που έχει υπάρξει ποτέ. Σκοπός είναι η αναζήτηση ανώτερης μορφής ζωής. Ένα ξαφνικό βραχυκύκλωμα όμως παραλίγο να του κοστίσει τη ζωή. Παράλληλα στη γη συμβαίνουν μια σειρά από ατυχήματα που θεωρούνται αποτέλεσμα των κοσμικών ακτινών που προκλήθηκαν έπειτα από έκρηξη κατά τη διάρκεια μιας αποστολής, η οποία ονομαζόταν «Σχέδιο Λίμα». Τα μέλη της εν λόγω αποστολής χάθηκαν, ενώ αρχηγός της ήταν ο πατέρας του Ρόι, ένας θρύλος του διαστήματος, όπως τον αποκαλούν, ήρωας σύμφωνα με τους περισσότερους και ίνδαλμα του γιου του, που έχει να τον δει από την εφηβεία του. Ο Ρόι λοιπόν θα περιπλανηθεί στο σύμπαν για να σώσει την ανθρωπότητα, αλλά και να βρει τον πατέρα που τόσα χρόνια στερήθηκε.
Εμπνευσμένος από την «Καρδιά του Σκότους» του Τζόζεφ Κόνραντ που είχε χρησιμοποιήσει και ο Φράνσις Φορντ Κόπολα στο «Αποκαλύψη τώρα», από ένα άρθρο του νομπελίστα φυσικού Ενρίκο Φέρμε- γνωστού για την κατασκευή του ατομικού αντιδραστήρα- αλλά και την εμβληματική φράση του Άρθουρ Κλαρκ σύμφωνα με την οποία « είτε δεν είμαστε μόνοι μας στο διάστημα είτε είμαστε, είναι εξίσου τρομακτικό», ο Γκρέις επιχειρεί μια υπαρξιακή προσέγγιση της επιστημονικής φαντασίας, υποσκάπτοντας εμμέσως την αξία των διαστημικών αποστολών, μιας κι ο ίδιος μοιάζει να πιστεύει πως ο άνθρωπος είναι καλύτερα να μην γνωρίζει τις απαντήσεις σε θέματα που δεν αφορούν στη γήινη ζωή. .
Έτσι με εξαιρετική μινιμαλιστική αισθητική απεικονίζει τον άνθρωπο ως ένα σημείο μέσα στην απεραντοσύνη του γαλαξία, υποδηλώνοντας τη μοναξιά του, ενώ ταυτόχρονα μέσα από την ιστορία του πατέρα του Ρόι θίγει πολιτικά θέματα περί των ορίων της ηθικής.

Το sci- fi στοιχείο δεν είναι αυτοσκοπός στο « Αd astra» ( «Προς τα άστρα» σημαίνει επακριβώς ο λατινικός του τίτλος) αλλά λειτουργεί ως ένα ενδιαφέρον περιβάλλον για την εσωτερική τελικά πορεία του Ρόι, όπου ο μόνος συνοδοιπόρος κι εχθρός του είναι ο ίδιος του ο εαυτός. Εικόνες μινιμαλιστικής λογικής και απαράμιλλης ομορφιάς, αργοί- όχι όμως πάντα υποβλητικοί- ρυθμοί κι ένα φιλοσοφικής διάθεσης voice over στηρίζουν τη βασική ιδέα του Γκρέις, που σαφώς έχει επηρεαστεί από εμβληματικές ταινίες, όπως το «2001. Η Οδύσσεια του Διαστήματος» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ.
Άλλοτε λοιπόν στήνει εντυπωσιακές σκηνές δράσης, άλλοτε στρέφει την κάμερά του στα βλέμματα των κεντρικών του ηρώων, κυρίως του Ρόι, αφηγούμενος στην ουσία την ιστορία του Ανθρώπου, που πρέπει να συμβιβαστεί με το ότι είναι μόνος και ότι πρέπει να μάθει να ζει με αυτή την γνώση.
Όλα όμως αυτά τα πλεονεκτήματα διαλύονται εις στα εξ ων συνετέθησαν με το ηθικοδιδακτικό και απολύτως απλοϊκό φινάλε, που παραπέμπει σε τσιτάτα λαϊκίστικης ψυχολογίας, κάνοντάς μας να αναρωτιόμαστε, γιατί ο Ρόι έπρεπε να ταξιδέψει τόσο μακριά για να βρει αυτό που γράφει κάθε φυλλάδα.

Η εκπληκτική μουσική του Μαξ Ρίχτερ, η εξαιρετική ερμηνεία του Μπραντ Πιτ που θα τον οδηγήσει πιθανόν στα Όσκαρ- αν κι ο ίδιος σύμφωνα με δηλώσεις του δεν ενδιαφέρεται για αυτή την κούρσα- καθώς και η παρουσία δύο εμβληματικών ηθοποιών, του Ντόναλντ Σάδερλαντ και του Τόμι Λι Τζόουνς αναμφίβολα προσθέτουν πόντους σε μια ταινία που έχει όλα τα φόντα να μονοπωλήσει το ενδιαφέρον, όμως τελικά χάνει το στοίχημα.

Η Καρδερίνα
(Goldfinch)
Σκηνοθεσία: Τζον Κρόουλι
Παίζουν: Όουκς Φέγκλεϊ, Άνσελ Έλγκορτ, Νικόλ Κίντμαν, Τζέφρι Ράιτ, Λουκ Γουίλσον, Σάρα Πόλσον
 

Περίληψη: Η τελευταία φορά που ο δεκατριάχρονος Θίο Ντέκερ είδε τη μητέρα του, εκείνη γλιστρούσε μακριά του σε μία από τις αίθουσες του Μητροπολιτικού Μουσείου της Νέας Υόρκης. Δευτερόλεπτα μετά, μία βόμβα τρομοκρατικής επίθεσης εκρήγνυται, καταστρέφοντας ανεκτίμητα έργα τέχνης. Τα επόμενα τρικυμιώδη χρόνια, ενώ ο νεαρός ενηλικιώνεται, παραμένει αγκιστρωμένος σε ένα πολύτιμο αντικείμενο -τη μόνη απτή σύνδεση με τη μητέρα- έναν πίνακα ανεκτίμητης αξίας, την «Καρδερίνα».


To βραβευμένο με Πούλιτζερ μυθιστόρημα της Ντόνα Ταρτ μεταφέρεται στο σινεμά , σε μια υψηλού επιπέδου παραγωγή, που όμως δεν δικαιώνεται από το αποτέλεσμα. Ο δεκατριάχρονος Θίο χάνει τη μητέρα του κατά τη διάρκεια μιας τρομοκρατικής επίθεσης στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης. Εκείνος διασώζεται, καταφέρνοντας να πάρει μαζί του ένα έργο ανεκτίμητης αξίας, την «Καρδερίνα» του Κάρελ Φαμπρίτσιους, μαθητή του Ρέμπραντ, το οποίο
μάλιστα διασώθηκε από μία τεράστια έκρηξη που σκότωσε τον δημιουργό του το 1654.

Έκτοτε τη φροντίδα του έφηβου αγοριού αναλαμβάνει μια πλούσια φιλική οικογένεια, μέχρι τη στιγμή που εμφανίζεται ο μέχρι πρότινος αδιάφορος πατέρας του για να τον πάρει υπό την προστασία του. Ο Θίο μεγαλώνει μέσα σε ένα ταραχώδες περιβάλλον, δοκιμάζει τα όριά του, γνωρίζει τον έρωτα, τη φιλία, και την προδοσία και ενηλικιώνεται, ενώ παραμένει συνδεδεμένος με τον πίνακα, που είναι και το μόνο πράγμα που του θυμίζει τη μητέρα του.
Η Ταρτ στο βιβλίο της χρησιμοποιεί μια ιστορία ενηλικίωσης ως αλληγορία πάνω στη σύγχρονη Αμερική, ενώ ταυτόχρονα μελετάει διεξοδικά το θέμα του πένθους και της απώλειας. Το κεντρικό αντικείμενο, ο πίνακας δηλαδή , που στοιχειώνει τη ζωή του Θίο και τελικά είναι το μόνο που καταφέρνει να επιβιώσει από μια ολική καταστροφή, στην ουσία αντικατοπτρίζει την άποψη της συγγραφέως για τη δύναμη της τέχνης και της πολιτιστικής κληρονομιάς, που μας καθορίζει, ακόμα κι όταν όλα γύρω μας πια έχουν γκρεμιστεί.
Ο βραβευμένος με BAFTA Τζον Κρόουλι μοιάζει πελαγωμένος με τα πολλά θέματα και τους συμβολισμούς του βιβλίου και μη έχοντας την δυνατότητα να εκμεταλλευτεί την αφήγηση της Ταρτ αρκείται τελικά μόνο στην εικονογράφηση της βασικής πλοκής, την οποία επιπλέον παρουσιάζει αρκετά συγκεχυμένα. Αν και η κινηματογράφησή του είναι εντυπωσιακή, παρόλα αυτά ο Κρόουλι αδυνατεί να βρει έναν καθαρό άξονα, χωρίς τελικά να καταφέρνει να δημιουργήσει ένα ισχυρό σύμπαν, όπου οι προβληματισμοί της Tαρτ θα έβρισκαν πρόσφορο έδαφος. Παράλληλα το μοντάζ έχει αρκετά θέματα με αποτέλεσμα στα 150 λεπτά που διαρκεί η ταινία , να χάνεται ο ρυθμός, αλλά και η αφηγηματική στιβαρότητα που απαιτεί μια λογοτεχνική διασκευή.

Οι ηθοποιοί από την πλευρά τους αδυνατούν να δομήσουν ολοκληρωμένους χαρακτήρες και στέκονται περισσότερο σε μια εσωτερική γραμμή – η δε Νικόλ Κίντμαν εμφανίζεται ελάχιστα και μάλιστα σε έναν ρόλο που από σεναριακή άποψη δεν έχει οργανική θέση στη δραματουργία- κι ίσως γι’ αυτό κάποιοι έχουν εκφράσει με έμμεσο τρόπο τις διαφωνίες τους με το όλο εγχείρημα , όπως για παράδειγμα η θαυμάσια Σάρα Πόλσον που δήλωσε πως το βιβλίο θα έπρεπε να είχε γίνει μίνι σειρά.

Τελευταίο μάθημα
(L'Heure de la Sortie/ School’ s out)
Σκηνοθεσία: Σεμπαστιέν Μαρνιέ
Παίζουν: Λορέν Λαφίτ, Εμανουέλ Μπερκό
 

Περίληψη: Σε ένα φημισμένο σχολείο για ιδιοφυή παιδιά, ένας δάσκαλός αυτοκτονεί μπροστά στα μάτια των μαθητών του. Ο Πιέρ αναλαμβάνει τη θέση του και γρήγορα διακρίνει μια διάχυτη βία. Η παγερή υπεροψία και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουν οι μαθητές τόσο εκείνον όσο και τον υπόλοιπο κόσμο, του προκαλούν τρόμο και εμμονικές σκέψεις. Αδυνατώντας να κατανοήσει την επιθετική συμπεριφορά τους, επιχειρεί να εξιχνιάσει το μυστικό τους.

Η απειλή της τρομοκρατίας, οι κοινωνικές ανισότητες και η περιβαλλοντολογική κρίση τροφοδοτούν τη βία στο ατμοσφαιρικό θρίλερ του Σεμπαστιάν Μαρνιέ, που έκανε την πρεμιέρα του στο Φεστιβάλ της Βενετίας του 2018.

Ο Πιέρ καλείται να αντικαταστήσει έναν καθηγητή που έκανε απόπειρα αυτοκτονίας εν ώρα μαθήματος σε μια τάξη χαρισματικών παιδιών. Αναλαμβάνοντας τα νέα του καθήκοντα, θα συνειδητοποιήσει μια εχθρική στάση απέναντί του, ενώ θα αντιληφθεί πως τα παιδιά της συγκεκριμένης τάξης, που λειτουργούν ως μια περίεργη σέκτα, συχνά γίνονται θύματα bullying από τους υπόλοιπους μαθητές του σχολείου λόγω της υπεροπτικής τους συμπεριφοράς. Την προσοχή του επίσης θα κεντρίσουν διάφορα περιστατικά βίας στους διαδρόμους του σχολείου, και έτσι θα αρχίσει να παρακολουθεί τους μαθητές του προκειμένου να ανακαλύψει το μυστικό τους. Σε ένα σχολείο που το μάθημα διακόπτεται κάθε λίγο προκειμένου να κάνουν ασκήσεις για την αντιμετώπιση περιπτώσεων εισβολής τρομοκρατών, ο Μαρνιέ , βασισμένος στο μυθιστόρημα του του Κριστόφ Ντιφοσέ «L’heure de la sortie» , βρίσκει το κατάλληλο έδαφος για να αναπτύξει μια σειρά από ανησυχίες του σύγχρονου κόσμου μέσα από ένα καλογραμμένο θρίλερ, όπου το σασπένς κι η αγωνία εντείνονται όσο περνάει η ώρα. Οι χαρισματικοί μαθητές του Πιέρ όμως έχουν κι ένα ακόμη μέτωπο να αντιμετωπίσουν: την οικολογική καταστροφή, η οποία επηρεάζει την ψυχολογία τους και κι εξηγεί την αλλόκοτη συμπεριφορά τους, αλλά και το νοσηρό κλίμα που επικρατεί στο σχολείο.
Ανατρέποντας συνεχώς τις ισορροπίες και οδηγώντας τους ηθοποιούς του σε μεστές ερμηνείες, ο Γάλλος δημιουργός φτιάχνει ένα υποδειγματικό θρίλερ, που παίζει με τα όρια του πραγματικού και της εμμονής, καταλήγοντας σε ένα αναπάντεχο φινάλε , όπου ξεκαθαρίζει τις προθέσεις του και αποδεικνύει την άρρηκτη σχέση του ατόμου με το περιβάλλον.

Κρίση Πανικού
(Atak Paniki/ Panic Attact)
Σκηνοθεσία: Πάβελ Μασλόνα
Παίζουν: Αρτούρ Ζμιλέφσκι, Ντορότα Σέγκντα, Νίκολας Μπρο
 

Περίληψη: Έξι ιστορίες συνηθισμένων ανθρώπων , που βρίσκονται ξαφνικά σε ακραίες καταστάσεις και παθαίνουν κρίση πανικού.

Μια σπονδυλωτή κωμωδία καταστάσεων από την Πολωνία, που συμμετείχε στο Φεστιβάλ του Κάρλοβι Βάρι. Μια γυναίκα συναντά τους δύο πρώην της το ίδιο βράδυ, ένα ζευγάρι διαλέγει τις χειρότερες θέσεις σε ένα αεροπλάνο, ένα νεαρό κορίτσι που βγάζει το μεροκάματο δουλεύοντας σε πορνοσάϊτ δέχεται την επίσκεψη των φιλενάδων της σε ώρα εργασίας, μια νύφη γεννάει στο γάμο της, ένας έφηβος μαστουρώνει για πρώτη φορά, ενώ ένας νεαρός άνδρας, που έχει ταραχώδεις σχέσεις με τη φιλόζωη μητέρα του χρειάζεται τη βοήθειά της, όταν δέχεται ένα απειλητικό τηλεφώνημα.

Ο Πάβελ Μασλόνα χρησιμοποιεί έξι διαφορετικές ιστορίες σε μια σπονδυλωτή ταινία, που οδηγούν τους ήρωές τους σε κρίσεις πανικού. Φυσιολογικά γεγονότα όπως ένας τοκετός, χωρισμοί, μυστικά που αποκαλύπτονται, απωθημένα και εμμονές, ακόμα και απλές καθημερινές δράσεις βασανίζουν τα πρόσωπα του Πολωνού δημιουργού, που περιγράφει στα κόκκινα τη σύγχρονη ζωή στις μεγάλες πόλεις. Άλλωστε ο ένας στους δέκα Ευρωπαίους υποφέρει από κρίσεις πανικού, ή έστω έχει βιώσει επεισόδιο τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του, οπότε οι σουρεαλιστικές καταστάσεις που περιγράφει ο Μασλόνα μοιάζουν αρκετά οικείες στον θεατή, που μέσα από το βιτριολικό χιούμορ και τις καλοκουρδισμένες ερμηνείες των ηθοποιών θα αναγνωρίσει σε αυτό το αλλοπρόσαλλο αλαλούμ πολλά από τον εαυτό του.

Ο τρόπος που επιλέγει να συνδυάσει τις ιστορίες επίσης έχει ενδιαφέρον, καθώς τις περισσότερες φορές δημιουργεί έξυπνες γέφυρες ανάμεσα στις σκηνές, υποδηλώνοντας τελικά ότι δεν έχει τόση σημασία το γεγονός, αλλά η περιρρέουσα ατμόσφαιρα μιας κοινωνίας που οδηγεί τους ανθρώπους στην κατάρρευση. Συχνά δε η κρίση υποδηλώνεται- όπως στην περίπτωση της γυναίκας που συναντάει τον πρώην της σε ένα εστιατόριο- μέσα από βλέμματα και κομπιάσματα, παρά από ένα εξωτερικό ξέσπασμα, πράγμα που δείχνει ότι τελικά ο πανικός μπορεί να είναι και βουβός.
Έτσι ακόμα και μερικές υπερβολές ή και ασάφειες- η ιστορία του νεαρού σερβιτόρου που έχει εθιστεί σε ένα ιντερνετικό παιχνίδι παραμένει θολή έως το τέλος- συγχωρούνται , μιας και ο Μασλόνα καταφέρνει να καταγράψει την σύγχρονη υστερία, όχι δικαιώνοντάς την, όπως κάνει ο Γούντυ Άλεν, αλλά αντίθετα διατυπώνοντας το εύλογο ερώτημα, αν τελικά όλος αυτός ο πανικός έχει νόημα.
 

Διαβάστε επίσης