Η κρίσιμη δεκαετία 2020-2030

του Τάσου Γιαννίτση, Ομοτ. Καθηγητή, π. Υπουργόυ

Στη δεκαετία 2009-2019 παίχτηκε το έργο της κατάρρευσης των στερεότυπων με τα οποία πορεύτηκε η χώρα πριν και μέσα στην κρίση. Τουλάχιστον για όσους μπορούσαν να σκεφτούν. Σήμερα, βρισκόμαστε σε συνθήκες μετάβασης από ‘τα κάτω’ προς την εμπέδωση μιας νέας, καλύτερης, αφετηρίας. Όμως, η χώρα και οι Έλληνες δεν βρίσκονται σε κάποια ζηλευτή θέση. Η χώρα ξέφυγε από την επίσημη χρεοκοπία, στραπατσαρίστηκε πολλαπλά και άσχημα, δεν έχει τους βαθμούς ελευθερίας που είχε στην προ-κρίσης εποχή για να ασκήσει πολιτική, πολλές μορφές πολιτικής δεν είναι επιλέξιμες γιατί ανήκαν στους γενεσιουργούς παράγοντες της κρίσης, το κατά κεφαλή ΑΕΠ της έχει μειωθεί από το 85,2% (2009) στο 62,8% του μέσου όρου της Ε.Ε. (2018), ξεπερνώντας μόνο την Βουλγαρία, τη Ρουμανία και την Κροατία. 

Έχει πάντα σημασία να καταλάβουμε το πώς ξεπέσαμε τόσα σκαλοπάτια, αλλά, πλέον, σήμερα, έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία να κατανοήσουμε πόσα σκαλοπάτια έχουμε να ανέβουμε για να επανενταχθούμε ομαλά σε ένα νέο  τοπίο που διαμορφώθηκε στον κόσμο, στην Ευρώπη, στη γεωπολιτική περιοχή μας, στα τελευταία δέκα χρόνια, όσο εμείς παλεύαμε με τους δαίμονές μας. Ο πραγματικός στόχος δεν είναι να ξανακερδίσουμε απλώς το χαμένο έδαφος, αλλά να οικοδομούμε τους όρους, που θα μας επιτρέψουν να παρακολουθούμε με επιτυχία το μεταβαλλόμενο περιβάλλον μας. 

Η δεκαετία που ακολουθεί –συμβατικά 2020 με 2030-  δεν είναι κρίσιμη με τη συνήθη έννοια του όρου. Είναι κρίσιμη, γιατί προς το τέλος της, γύρω στο 2030, θα έρθουμε αντιμέτωποι με πρωτόγνωρες και πολύ αρνητικές ή, πάντως, πιεστικές εξελίξεις, πολύ δυσκολότερες απ’ όσες γνωρίζουμε. Αν, συνεπώς, με τις λιγότερο δύσκολες συνθήκες των ετών που ακολουθούν μέχρι τότε, δεν πετύχουμε να μειώσουμε ένα μέρος του χάσματος που έχουμε και να προετοιμαστούμε αποτελεσματικά, πώς θα μπορέσουμε να το πετύχουμε, όταν τα εμπόδια γίνουν πολύ δυσκολότερα;

Οι πιεστικές αλλαγές στις οποίες αναφέρομαι αφορούν σε πέντε, τουλάχιστον, κρίσιμα προβλήματα, που κάνουν αναγκαία τη στροφή της προσοχής μας προς το μέλλον, όχι ξεχνώντας το παρελθόν, αλλά υπερβαίνοντάς το, και έχοντας αφομοιώσει τα μαθήματα της ιστορίας μας: η μείωση του πληθυσμού σε συνδυασμό με τη γήρανση, ένα τεράστιο ενεργειακό πρόβλημα, η κυριαρχία ριζοσπαστικών νέων τεχνολογιών, η διασφάλιση ενός ικανοποιητικού, έστω και δύσκολου, μέλλοντος των νέων μας στον εθνικό χώρο και το κολοσσιαίο θέμα των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής. Ορισμένες από τις εξελίξεις αυτές είναι ήδη πολύ ορατές, ανεξάρτητα αν τις βλέπουμε αποσπασματικά. Η δεινή κατάσταση στον κλάδο παραγωγής ενέργειας, στο ασφαλιστικό, η καθυστέρηση στο σχεδιασμό και τη βαθμιαία υλοποίηση πολιτικών σχετικά με την κλιματική αλλαγή, η αναπτυξιακή αδυναμία σε όρους επενδύσεων, τεχνολογικών ικανοτήτων και ενίσχυσης της παραγωγικής βάσης είναι ορατά δείγματα μιας πραγματικότητας που θα γίνεται όλο και δυσκολότερο να ανατραπεί, αν δεν αλλάξει σε γρήγορο χρόνο το υπόδειγμα των πολιτικών μας σε πολλά πεδία. Οι νέες γνώσεις και τεχνολογίες, πέρα από τον ιδιωτικό χώρο, αφορούν ιδιαίτερα και το δημόσιο, και δεν έχουν μόνο εκτεταμένες επιπτώσεις στις ανισότητες, την απασχόληση, τις αμοιβές και το βιοτικό επίπεδο, τις επενδύσεις και τη μεγέθυνση. Θέτουν, κυρίως, πολύ διαφορετικές απαιτήσεις στη διαδικασία της εκπαίδευσης σε κάθε επίπεδο, οι οποίες για να συντρέξουν, προϋποθέτουν τη μεγαλύτερη και πιο πολύπλοκη και επώδυνη μεταρρύθμιση που έχουμε εφαρμόσει στη μεταπολεμική περίοδο, και μάλιστα σε χρόνο γρήγορο. 

Αδυναμία να κινηθούμε ικανοποιητικά στην ‘κρίσιμη δεκαετία’ σημαίνει ακόμα μεγαλύτερη αδυναμία στην αντιμετώπιση των πολύ σοβαρών προβλημάτων που διαγράφονται.  Ήδη είμαστε θεατές (και δέκτες) σε ένα παγκόσμιο κυνικό σκηνικό, όπου οι ‘επάνω’ χρησιμοποιούν τη δύναμή τους προκειμένου να κατακτήσουν καλύτερες θέσεις, αδιαφορώντας για αρχές, αξίες, ακόμα και για το μέλλον του πλανήτη. 

Η κρίση που οδηγηθήκαμε, σε κάποιο βαθμό, δείχνει σε μικρογραφία το σενάριο που κινδυνεύουμε να βιώσουμε. Φτάσαμε στο 2008/9 ακολουθώντας αντιλήψεις, συνθήματα, πρακτικές, πολιτικές ξεπερασμένων εποχών, χωρίς κανένας να προβληματίζεται για το τι σημαίνει ο χρόνος που κυλάει, για τα ρίσκα που μπορεί να αντιμετωπίζαμε, για τις δυνάμεις και τα μειονεκτήματά μας, και χωρίς να έχουμε καταλάβει ότι τόσο τα εσωτερικά δεδομένα, όσο και ο κόσμος γύρω μας μεταβάλλονταν συνεχώς και ότι, συνεπώς, έπρεπε κι εμείς να αλλάξουμε πολλά. Ακόμα και μέσα στην κρίση, θεωρητικά ήταν εφικτό να περιορίσουμε την ένταση και τις διαστάσεις της, αλλά πάλι για χρόνια χαθήκαμε στις δοξασίες μας. Σε μεσο-ιστορική θεώρηση, η χώρα έχει οπισθοδρομήσει, όχι μόνο σε όρους οικονομικούς, αλλά, κυρίως σε όρους ικανότητας να κατανοήσει το πού βρίσκεται, γιατί βρίσκεται στο σημείο που έφτασε, και τι δυνάμεις και ενέργεια πρέπει να λειτουργήσουν συμπυκνωμένα για να μην φτάσουμε αδύναμοι και απροετοίμαστοι σε ένα άλλο σημείο κρίσης, στο οποίο πάλι δεν θα καταλάβουμε τι μας συνέβη. 

Κάποια λάθη στην ιστορία επαναλαμβάνονται, και οπωσδήποτε δεν σφραγίζουν μόνο τη δική μας κοινωνία: όσες προβλέψεις, προειδοποιήσεις ή εκτιμήσεις και αν γίνουν έγκαιρα από πρόσωπα, τα οποία πέρα από το σήμερα, βλέπουν και το αύριο,  σπανιότατα θα ανατρέψουν τις δυνάμεις της αδράνειας ή τους συσχετισμούς συμφερόντων που κρατούν κολλημένη μια κοινωνία στο χθες. Όταν με το ξέσπασμα της κρίσης η Βασίλισσα της Αγγλίας βρέθηκε σε ένα Συνέδριο Οικονομολόγων στην Οξφόρδη και έθεσε το ερώτημα ‘μα πώς τόσοι εξαίρετοι επιστήμονες και οργανισμοί δεν προβλέψατε τον κίνδυνο’, κάποιος έπρεπε ευγενικά να της απαντήσει, ότι πολλοί τον είχαν προβλέψει, αλλά από τη μηδαμινή σημασία που τους έδωσαν, δεν θυμούνταν καν ότι υπήρξαν τέτοιες φωνές. 

Οι νέες συνθήκες προς τις οποίες οδεύουμε ή μάλλον αυτές έρχονται προς εμάς, εξ ορισμού θα δημιουργήσουν εσωτερικές και διεθνείς κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις. Ξέρουμε από πρώτο χέρι τι σημαίνουν εντάσεις, μίσος, διχασμοί στην πολιτική και κοινωνική μας ζωή. Σε κάθε περίπτωση, κάθε μια από τις μεγάλες αυτές αλλαγές θα απαιτήσει αναπροσανατολισμό πολιτικών προτεραιοτήτων και δέσμευση πολύ σοβαρών επενδυτικών και τρεχουσών δαπανών από το Κράτος, τις επιχειρήσεις και τους ιδιώτες. Από πού θα προκύψουν οι δυνατότητες αυτές αν η χώρα δεν έχει αποκαταστήσει βασικές ισορροπίες και αναπτυξιακούς μηχανισμούς μέσα στην επόμενη δεκαετία; Η προοπτική μιας Ελλάδας που στη διάρκεια μιας δεκαετίας θα ταλαντεύεται γύρω από ρυθμούς μεγέθυνσης 1% με 2% ή 2,5%, γιατί δεν μπορεί να αξιοποιήσει μορφές πολιτικής που αξιοποιούν άλλοι, είναι πρόβλημα. 

Η επιτυχία της πολιτικής προϋποθέτει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας. Προϋποθέτει  αλλαγές σε αντιλήψεις, συνεχή αναζήτηση απαντήσεων σε πρωτόγνωρα και πολύπλοκα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα, και αποστολή στα άχρηστα πολλών εμπεδωμένων παραδοχών, που δεν αφορούν μόνο στο Κράτος, αλλά και στο πολιτικό σύστημα συνολικά, στη συλλογική μας, ακόμα και στην ατομική μας, λειτουργία.

Προφανώς, τα ίδια ή ανάλογα προβλήματα αντιμετωπίζουν όλες οι χώρες. Ορισμένες έχουν δείξει ότι είναι σε θέση να εκμεταλλευτούν τις αλλαγές, ώστε είτε να περιορίσουν τις δυσμενείς επιπτώσεις, είτε και να ωφεληθούν θετικά, άλλες, το αντίθετο. Μέσα από τη διαδικασία αυτή θα αναδειχθεί η νέα διεθνής ιεραρχία μεταξύ χωρών στις δεκαετίες από το 2030 και μετά. Για την Ελλάδα, κρίσιμα σημεία αναφοράς είναι η σχέση της με την Ευρώπη, την Τουρκία, τα λοιπά Βαλκάνια και τις ανερχόμενες δυνάμεις. Κεντρική πρόκληση είναι η Ελλάδα να αποτελεί πάντα τμήμα της Ευρώπης χωρίς αστερίσκους. 

Μια διαδικασία μετασχηματισμού τέτοιου μεγέθους θα δημιουργήσει και σοβαρά κοινωνικά προβλήματα, τα οποία θα κάνουν αναγκαίες λεπτές, αποτελεσματικές και σοβαρές μορφές κοινωνικής στήριξης. Η αντιμετώπισή τους με τις συμβατικές, ξεπερασμένες πολιτικές που έχουμε συνηθίσει, θα σημαίνει μη-αντιμετώπιση. Στην ουσία, πρέπει να γίνουν πολλά, ταυτόχρονα και με αποτέλεσμα. Αυτό είναι πρωτόγνωρο για την πολιτική και κοινωνική μας κουλτούρα. Το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι στη διαδικασία αυτή, είναι πιθανό να φανεί, ότι κάποιες αναγκαίες επιλογές θα οδηγούν μόνο σε επώδυνες λύσεις. Λύσεις όμως, που αν δεν ακολουθηθούν, οι επιπτώσεις θα είναι πιο επώδυνες. Σε κοινωνίες, που για δεκαετίες έχουν εξελιχθεί με τη βεβαιότητα ότι το αύριο θα είναι οπωσδήποτε καλύτερο από το σήμερα, πώς θα γίνει αποδεκτό ότι τέτοιες επιλογές είναι αναγκαίες, γιατί διαφορετικά η επιλογή της ‘αδράνειας’ θα προκαλέσει ακόμα μεγαλύτερο κόστος;  Όταν το 2001 συζητούνταν το ασφαλιστικό, πολλά πολιτικά και μη-πολιτικά στελέχη τόνιζαν ότι είναι παράλογο και είχε σημαντικό κόστος για συνταξιούχους και πολιτικούς να ασχοληθούμε με ένα πρόβλημα, που θα ξεσπάσει 10-15 χρόνια αργότερα. Τα αποτελέσματα αυτής της επιλογής τα γνωρίζουν όλοι. 

Η Ελλάδα έχει περάσει σε μια νέα φάση, όχι γιατί ανέβηκε τα σκαλοπάτια που κατρακύλησε μέσα στην κρίση, αλλά γιατί πλέον αρχίζει να κοιτάζει πώς θα χειριστεί το μέλλον της. Το μέλλον αυτό έχει κρίσιμες διαστάσεις, που στη σημερινή εποχή ξεπερνούν τον τετραετή εκλογικό κύκλο. Το να αποκτήσουμε μια πιο μακροσκοπική θεώρηση της μελλοντικής μας πορείας και να ασκήσουμε μεγαλύτερη επίδραση στο μέλλον μας θα είναι μια τεράστια τομή στην ιστορία μας. Ακόμα και οι αρχαίοι πρόγονοί μας γνώριζαν ότι και η μοίρα είναι κυρίως αποτέλεσμα επιλογών, και δευτερευόντως της τύχης ή της εύνοιας των θεών.