Ψηφίζει κανείς «άσκοπα»;

του παντελη μπουκαλα

Στο ποδόσφαιρο και στο μπάσκετ, παρ’ όλο τον φανατισμό, οι οπαδοί των μεγάλων ομάδων αντιμετωπίζουν με συγκατάβαση, ενίοτε και με συμπάθεια, όσους αποφασίζουν να ταυτιστούν με κάποια από τις θεωρούμενες μικρές ή μικρομεσαίες ομάδες. «Δεν πειράζει, ας υπάρχετε κι εσείς, δεν είναι κακό».

Αντίθετα, στην πολιτική, όπου υποτίθεται ότι κυριαρχεί άλλο μοντέλο, ανώτερο, περισσότερο πολιτισμένο, οι οπαδοί των μεγάλων κομμάτων, παίρνοντας γραμμή απευθείας από τον μοναχοφαγά αρχηγό τους, κατηγορούν τους οπαδούς των μικρών σχηματισμών, ιδίως δε των ιδεολογικά συγγενών, σαν διασπαστές, υπονομευτές, εξ αντικειμένου όργανα των αντιπάλων κ.λπ. Οσο μάλιστα προσεγγίζουμε την ημέρα της κάλπης, οι επιτιμητικοί χαρακτηρισμοί επιδεινώνονται και ο ψυχολογικός εκβιασμός ασκείται ανοιχτά και απροσχημάτιστα.

Πώς αισθάνονται οι οπαδοί και τα στελέχη των μικρών κομμάτων μπροστά σ’ αυτές τις συστηματικές και τελικά δόλιες επιθέσεις; Την καλύτερη απάντηση θα μπορούσαν να μας τη δώσουν οι πολιτικοί εκείνοι που υπήρξαν για κάποιο χρονικό διάστημα αρχηγοί μικρού κόμματος και κατόπιν ανέλαβαν τα ηνία ενός μεγάλου, και μάλιστα εκείνου που μόλις πριν τους κατέτρεχε και τους χλεύαζε. Ο κ. Αντώνης Σαμαράς θα ήταν ιδανικός πληροφορητής σ’ αυτήν την περίπτωση, μια και από πρόεδρος της «διασπαστικής» ΠΟΛΑΝ βρέθηκε ηγέτης του κόμματος που τον κατήγγελλε δριμύτατα σαν διασπαστή και άλλα πολύ βαρύτερα. Αλλά και η κ. Φώφη Γεννηματά θα είχε να πει πολλά, αφού από στέλεχος ενός παντοδύναμου, επεκτατικού κόμματος βρέθηκε στην κορυφή ενός μικρού ή μικρομεσαίου, το οποίο εισπράττει πλέον όσα διέπραττε.

Οσο και να πιέσει κάποιος τη μνήμη του, πολύ δύσκολα θα εντοπίσει εκλογική αναμέτρηση στον τόπο μας που να μην της δόθηκε ο χαρακτήρας δημοψηφίσματος. Αυτό κρίνεται απολύτως αναγκαίο από την πλευρά των μεγάλων, διότι μόνο έτσι μπορούν να χρησιμοποιήσουν τη γλώσσα της υπερβολής και της καταγγελτικής οξύτητας: «Αν δεν ψηφίσετε εμάς, που είμαστε οι μόνοι οι οποίοι κλπ. κλπ., σκάβετε τον λάκκο της πατρίδας, παίζετε το παιχνίδι των εχθρών, εμποδίζετε την πρόοδο, την αλλαγή, την απαλλαγή, τη μεταλλαγή».

Για να επικαλυφθεί η ωμότητα, επιστρατεύονται διάφοροι όροι που θεωρητικοφέρνουν, λόγου χάρη «άσκοπη ψήφος», «άχρηστη», «ψήφος πολυτελείας», «ανώφελη», «ανώδυνη» κ.ά. «Ανόητη ψήφος» θα ήθελαν να πουν οι ψηφοθήρες κατήγοροι. Τους συγκρατούν όμως οι ελπίδες τους ότι θα την κερδίσουν έστω την τελευταία στιγμή.