Ένας δρόμος, μια ιστορία- Ένα μυθιστόρημα με φόντο την Πάτρα μιας άλλης εποχής και τη ζωή του Δημητρίου Γούναρη- Ο Κωνσταντίνος Μαρκέτος μας εξηγεί ότι όλα ξεκίνησαν από μια... πινακίδα

Τι είναι αυτό που μπορεί να κάνει ένα νέο παιδί να  πατήσει το «pause» στους φρενήρεις ρυθμούς της καθημερινότητάς του και να κοιτάξει πίσω σε εποχές ταραχώδεις και – ίσως εξ΄αυτού- διαχρονικά γοητευτικές, για να πλέξει μια όμορφη ιστορία με φόντο μια ιστορική φυσιογνωμία για την οποία χύθηκε πολύ μελάνι χωρίς να καταστεί δυνατόν ποτέ να αρθεί η αίσθηση του αμφιλεγόμενου σε μια χώρα που έχει ζήσει διχασμούς και ακόμη και σήμερα δεν έχει καταφέρει να τους ξεπεράσει; Η απάντηση στην περίπτωσή μας, είναι ένας δρόμος. Για την ακρίβεια μια πινακίδα με ένα ….οδικώς ενημερωτικό: «οδός Δημητρίου Γούναρη».

Ο 26χρονος Κωνσταντίνος Μαρκέτος αγαπάει όταν περπατά να κοιτάζει ψηλά, τις στοές των κτιρίων, τους επιβλητικούς τους όγκους και τις σημάνσεις. Σε μια τέτοια σήμανση, τον συνάντησε η έμπνευση και αυτή είχε το πρόσωπο ενός πολιτικού που εκτελέστηκε για εσχάτη προδοσία κι όμως απολαμβάνει την τιμή μιας κεντρικής οδικής αρτηρίας των Πατρών στο όνομά του. Το ερώτημα είναι προφανές. Μια οδός στο όνομα ενός προδότη; Η απάντηση ανευρίσκεται στις βιλιογραφικές πηγές και στα κουσούρια της φυλής. Και τα δύο, αποτελούν ένα πολύ καλό υλικό για έναν συγγραφέα, πολλώ δε μάλλον για το ξεκίνημά του.

Κάπως έτσι, προέκυψε ο  «Δρόμος της βροχής» από τις εκδόσεις «Το δόντι» με την υπογραφή του Κωνσταντίνου, ο οποίος έκανε με επιτυχία  την είσοδό του στη λογοτεχνία και μας προϊδεάζει για τη συνέχεια.

«Ο αφηγητής του βιβλίου παρακολουθεί μέσα από μια φανταστική ιστορία τη ζωή του Δημήτρη Γούναρη, του πολιτικού που στιγματίστηκε περισσότερο από όλους τους ηγέτες του 20ού αιώνα στην Ελλάδα» διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο. «Δεν τον αθωώνει, αλλά θέλει να φωτίσει τις δημιουργικές πλευρές της πορείας του, από το ξεκίνημα μιας πολλά υποσχόμενης διαδρομής, ως το καταστροφικό τέλος. Κι επειδή η λογοτεχνία ούτε δικαιοσύνη απονέμει, ούτε ιστορία γράφει, αυτό που μένει στο τέλος είναι η αίσθηση ότι ακόμα και για κορυφαίες ιστορικές περιόδους, η αληθινή συζήτηση ίσως να μην έχει ακόμα αρχίσει».

Πως ξεκίνησε η ιδέα για αυτό το βιβλίο; Ποια ήταν η αφορμή;

 

«Η αφορμή, αυτή που γέννησε την ιδέα αυτού του βιβλίου, ήταν εξαιρετικά απλή, καθημερινή θα έλεγα. Πόσοι από μας κάθε μέρα περνάμε από την λεωφόρο Γούναρη αγνωώντας ποιος ήταν ο άνθρωπος που της έχει δώσει το όνομά της; Ακόμα και αν τον γνωρίζουμε του χρεώνουμε αποκλειστικά την Μικρασιατική Καταστροφή. Κανείς δεν έχει αναρρωτηθεί γιατί ένας από τους πιο κεντρικούς δρόμους της πόλης μας να έχει το όνομα αυτού του ανθρώπου;»

 

Μίλησέ μας λίγο για το βιβλίο και  το θέμα του. Τι είναι αυτό με το οποίο καταπιάνεσαι;

«Η υπόθεση εκτυλίσσεται στην Πάτρα τις αρχές του 20ου αίωνα. Σε μια άλλη Πάτρα από την σημερινή, μια αρχόντισσα. Μια πόλη όπου παρά τα προβλήματά τους οι άνθρωποι περπατούσαν με το κεφάλι ψηλά γι αυτό μέχρι και οι οροφές των στοών ήταν διακοσμημένες με εξαίσιες τοιχογραφίες σε αντίθεση με σήμερα όπου λόγω οικονομικών προβλημάτων, χρήσης κινητού ή κάκιστου πεζοδρομίου περπατάμε σκυφτοί κοιτάζοντας συνεχώς κάτω. Μια Πάτρα όπου έρχονταν οι αθηναϊκοί θίασοι πριν ανέβουν στην πρωτεύουσα για να πάρουν την κριτική του απαιτητικού κοινού της πόλης. Μια Πάτρα όπου 80 χρόνια μόλις μετά την απελευθέρωσή της την ώρα που οι περισσότερες περιοχές της σημερινής Ελλάδας ήταν υποδουλωμένες, αυτή γεννούσε φαντασμαγορικά καρναβάλια, είχε μαγαζιά με εισαγωγές αρωμάτων, ενδυμάτων ως και οικιακών συσκευών από τις καλύτερες ευρωπαϊκές αγορές. Σε αυτήν την πόλη μεγαλώνει και ερωτεύεται ο πρωταγωνιστής του βιβλίου, ακολουθώντας την πορεία του Γούναρη».

 

Είναι μυθοπλασία ή μια ιστορική καταγραφή; Πού συναντώνται η ιστορική αλήθεια και η λογοτεχνία;

«Είναι η καταγραφή της ιστορικής αλήθειας διανθισμένη με στοιχεία μυθοπλασίας χωρίς να την αλλοιώνει, αλλά να την καθιστά πιο εύκολη στην ανάγνωσή της και την κατανόησή της»

Σε ποιες πηγές ανέτρεξες για να αναβιώσεις το περιβάλλον των αρχών του 20ου αιώνα;

«Σε αυτά τα τρία χρόνια αναζήτησης πηγών σχετικά με το υπόβαθρο εκείνης της εποχής και κυρίως σχετικά με τον Γούναρη κατέληξα στο συμπέρασμα πώς η βιβλιογραφία σχετικά με τον πατρινό Πρωθυπουργό είναι ελάχιστη. Με κάποιες φωτεινές εξαιρέσεις όπως αυτή του συντοπίτη μας Νίκου Νικολόπουλου ή του Δημήτρη Χρονόπουλου οι ιστοριογράφοι δεν έχουν ασχοληθεί με το πρόσωπο του μεταρυθμιστή Γούναρη. Στην Ελλάδα λατρεύουμε την αγιοποίηση ή την δαιμονοποίηση των πολιτικών μας. Στην περίπτωση του Γούναρη η Ιστορία αμείλικτα του χρέωσε την αποκλειστική ευθύνη της Μικρασιατικής Καταστροφής αποσιωπώντας κάθετι που προσέφερε σε αυτόν τον τόπο, όπως η κοινωνική ασφάλιση ή τα ταμεία ανεργίας. Οι πηγές για το υπόβαθρο της πόλης ήταν  αρκετές όπως του Πέτρου Ψωμά, του Νίκου Πολίτη και άλλων. Χρησιμοποίησα και βιβλιογραφία του Γιάννη Καψή και του Νίκου Κοτζιά προκειμένου να αποτυπώσω το κλίμα που επικρατούσε στις ακτές της Ιωνίας και στο παγκόσμιο πολιτικό στερέωμα».

Ποια είναι η στιγμή στο βίο του Γούναρη που ξεχωρίζεις, αυτή που σε άγγιξε περισσότερο;

«Δεν θα μπορούσε να ήταν κάποιο άλλο σημείο της ζωής του από τις τελευταίες του στιγμές. Εκεί όπου στωικά έχοντας καταβληθεί από τον τύφο περίμενε με τους συναγωνιστές του την εκτέλεσή του. Εκεί που αρνήθηκε την πρόταση διαφυγής του προκειμένου το αίμα του να κλείσει τον κύκλο του διχασμού. Εκεί που η τελευταία του επιθυμία ήταν σχεδόν το σύνολο της περιουσίας του να δοθεί στον λαό της Πάτρας».

 

Ποια μηνύματα λαμβάνεις από τους αναγνώστες σου σε αυτή την πρώτη, φιλόδοξη απόπειρα;

«Τα μηνύματα είναι άκρως θετικά τόσο από ανθρώπους που δεν γνώριζαν την ύπαρξη του Γούναρη, όσο και από αυτούς που ήταν αρνητικά προκατειλημένοι για το πρόσωπό του. Ο στόχος μου,  να μπορέσουμε δηλαδή χωρίς ταμπού και προκαταλήψεις να μιλήσουμε για μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα σε μια μαύρη εποχή για την πατρίδα μας σαν αυτή του Διχασμού, νομίζω πώς έχει μερικώς επιτευχθεί.»

 

Να υποθέσουμε ότι έχεις στα σκαριά κάτι νέο;

«Όταν κολλήσεις το μικρόβιο της συγγραφής δεν μπορείς εύκολα να «γιατρευτείς».  Υπάρχει όντως στα σκαριά ένα νέο μυθιστόρημα για μια επίσης σκοτεινή εποχή της πατρίδας μας, που θεωρώ πώς με την βοήθεια του εξαιρετικού εκδότη μου Ανδρέα Τσιλήρα και των εκδόσεων «Το Δόντι» θα κυκλοφορήσει στο άμεσο μέλλον.»

 

Γιώτα Κοντογεωργοπούλου