ΣΕΒ: Στο brain drain οφείλεται η μείωση της ανεργίας τα τελευταία χρόνια

ΕΝΑΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΠΑΡΑΓΕΙ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΡΕΙΣ

Στο brain drain, το φαινόμενο που διόγκωθηκε στα χρόνια της κρίσης οδηγώντας εκατοντάδες χιλιάδες νέους εκτός συνόρων και συρρικνώνοντας δραματικά το εργατικό δυναμικό αποδίδεται σε μεγάλο βαθμό η μείωση της ανεργίας.

Από το 2009 μέχρι και το 2017- σύμφωνα με τις μετρήσεις του ΣΕΒ (σ.σ: διατηρεί όλες τις μεθοδολογικές επιφυλάξεις) φαίνεται να μετανάστευσαν στο εξωτερικό περίπου 374.000 άτομα. Το εργατικό δυναμικό μειώθηκε στους άνδρες κατά 259.000 άτομα και στις γυναίκες αυξήθηκε κατά 6.000 άτομα.

Αυτή η μείωση του εργατικού δυναμικού συντελεί κατά έναν βαθμό και στη μείωση της ανεργίας που αποτυπώνεται στους σχετικούς δείκτες τα τελευταία χρόνια, εξηγεί ο ΣΕΒ στο εβδομαδιαίο δελτίο του για την ελληνική οικονομία.

Ενας Ελληνας παράγει το εισόδημα που καταναλώνουν τρεις!

Εντυπωσιακά είναι επίσης τα στοιχεία που παραθέτει για την οικονομία και την αγορά εργασίας. Σε γενικό επίπεδο γενικού πληθυσμού σήμερα (2ο τρίμηνο 2018) εργάζεται μόλις το 35%. Σε επίπεδο ενεργού πληθυσμού, δηλαδή στις παραγωγικές ηλικίες 15 έως 64 ετών, το 55,3%.

Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι ένας Ελληνας παράγει το εισόδημα που καταναλώνουν τρεις. Από αυτό το εισόδημα πληρώνονται η δημόσια υγεία, η παιδεία, οι συντάξεις, η άμυνα, τα δημόσια έργα, όλες οι κρίσιμες λειτουργίες του κράτους και φυσικά η ιδιωτική κατανάλωση κάθε νοικοκυριού.

Στην ανάλυσή του ο ΣΕΒ διευκρινίζει ότι ο  δεύτερος παράγοντας που συνετέλεσε στη μείωση της ανεργίας είναι τα μέτρα που ελήφθησαν στην αγορά εργασίας. Συγκεκριμένα, μετά την κορύφωση της ανεργίας κοντά στο 28% το 2013, η απασχόληση άρχισε να αυξάνει υπό συνθήκες μηδενικής ανάπτυξης, υποβοηθούμενη κυρίως από την ευελιξία στις εργασιακές ρυθμίσεις. Αναλυτικά ο ΣΕΒ επισημαίνει:

Οι άνεργοι βιώνουν μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση

Θετικοί ρυθμοί ανάπτυξης που συνδέονται ευθέως με αύξηση της απασχόλησης καταγράφονται (πλην μιας σύντομης περιόδου το 2014) από το 2017 και μετά.

Παρά τη μείωση  του ποσοστού ανεργίας, ο αριθμός των ανέργων παραμένει σε πολύ υψηλά επίπεδα και η απασχόληση είναι ιδιαίτερα χαμηλή.  Ειδικότερα οι άνεργοι βιώνουν μια εξαιρετικά δύσκολη κατάσταση. Σήμερα, η Ελλάδα είναι η χώρα εκείνη του αναπτυγμένου κόσμου (ΟΟΣΑ) που έχει την μεγαλύτερη ανεργία και διαθέτει ένα από τα λιγότερο γενναιόδωρα συστήματα στήριξης των ανέργων, με το 9,7% των ανέργων να λαμβάνει επίδομα ανεργίας, με την ανεργία να διαμορφώνεται σε 19% του εργατικού δυναμικού, όταν στον ΟΟΣΑ το μέσο ποσοστό κάλυψης ανέρχεται σε 29% με μέση ανεργία στο 6,5%.

Σημειώνεται, επίσης, ότι το 7,5% περίπου του εργατικού δυναμικού (346 χιλιάδες άτομα) είναι άνεργοι για πάνω από τέσσερα χρόνια, και ως ποσοστό των ανέργων, ο αριθμός τους συνεχίζει να αυξάνεται.

160.000 νέοι δεν δουλεύουν, δεν εκπαιδεύονται και δεν καταρτίζονται

Ταυτόχρονα, υπάρχουν σήμερα 160 χιλιάδες νέοι που δεν δουλεύουν, δεν εκπαιδεύονται και δεν καταρτίζονται (NEETs: Not in Education, Employment or Training), αν και ο αριθμός τους έχει μειωθεί από το υψηλό επίπεδο των 228 χιλιάδων ατόμων το 2012.

Επίσης, υπάρχουν 175 χιλιάδες άτομα που είναι αποθαρρυμένοι (ενώ δηλαδή θέλουν, και είναι διαθέσιμοι, να δουλέψουν, δεν ψάχνουν ενεργά για εργασία), και μάλιστα ο αριθμός τους συνεχίζει να μεγαλώνει ακόμη και στη διετία 2017/2018 της ανάκαμψης της οικονομίας.

Τέλος, υπάρχουν 70 χιλιάδες άτομα άνω των 65 ετών που εξακολουθούν να δουλεύουν κυρίως για να τα βγάλουν πέρα. Επίσης, το 10% των απασχολούμενων δηλώνει ότι εργάζεται σε δουλειές μερικής απασχόλησης, με τα 2/3 να το κάνουν επειδή δεν βρίσκουν εργασία πλήρους απασχόλησης.

Η αύξηση της απασχόλησης μειώνει ταυτολογικά την ανεργία, αν και ο ρυθμός πτώσης του ποσοστού της ανεργίας επηρεάζεται και από μεταβολές στο εργατικό δυναμικό το οποίο συνδέεται και με άλλους παράγοντες, όπως το δημογραφικό πρόβλημα της χώρας και το brain drain.

Το φορολογικό σύστημα «τιμωρεί» τη δημιουργία οικογένειας

Σε κάθε περίπτωση βιώσιμη ανάκαμψη και ανάπτυξη της οικονομίας, δεν προϋποθέτει μόνο αύξηση της απασχόλησης αλλά και αύξηση του εργατικού δυναμικού. Αυτό συνεπάγεται μέτρα πολιτικής μείωσης της υπερφορολόγησης για τη στήριξη του διαθέσιμου εισοδήματος της οικογένειας και των μισθωτών.

Σημειώνεται ότι σήμερα το φορολογικό σύστημα δρα τιμωρητικά στη δημιουργία οικογένειας, καθώς οι φοροαπαλλαγές ή οι πρόσθετες παροχές για παιδιά είναι σχετικά ασήμαντες.

Η Ελλάδα έχει την  υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση στον κόσμο για οικογένειες με δύο παιδιά

Η Ελλάδα έχει την υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση (μη μισθολογικό κόστος εργασίας) στον κόσμο για οικογένειες με δύο παιδιά και έναν εργαζόμενο που αμείβεται στο 67% των μέσω αμοιβών, όταν χώρες όπως η Πολωνία, η Νέα Ζηλανδία, ο Καναδάς και η Ιρλανδία, όχι μόνο δεν επιβαρύνουν, αλλά τουναντίον επιδοτούν σε καθαρή βάση το συγκεκριμένο τύπο οικογένειας.

Συνεπώς, πρώτη προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής οφείλει να είναι η τόνωση της παραγωγής μέσω της στοχευμένης μείωσης της υπερφορολόγησης της εργασίας. Αυτό θα αυξήσει το διαθέσιμο εισόδημα των εργαζομένων δίνοντας ταυτόχρονα τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις να κάνουν νέες επενδύσεις και να δημιουργήσουν και άλλες θέσεις εργασίας.