Το θέμα το οποίο έχει διχάσει τον νομικό κόσμο της χώρας μας το τελευταίο διάστημα δεν είναι άλλο από τον θεσμό της διαμεσολάβησης και την προσπάθεια της Ελληνικής κυβέρνησης να τον ενσωματώσει στην ελληνική πραγματικότητα μέσω της υποχρεωτικής υπαγωγής συγκεκριμένων διαφορών σε διαμεσολάβηση πριν αυτές φτάσουν στις δικαστικές αίθουσες. Με σιγουριά, είναι πολύς ο κόσμος ο οποίος δεν γνωρίζει καν τι είναι αυτό το καινό δαιμόνιο που ακούει στο όνομα «Διαμεσολάβηση» με αποτέλεσμα όχι μόνο να μην αντιλαμβάνεται «προς τι το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός» αλλά και να γίνεται εύκολο θύμα παραπληροφόρησης και αποπροσανατολισμού. Πριν όμως ασκήσουμε την όποια κριτική ας συστηθούμε με αυτόν τον νέο-παλιό θεσμό:
Ας δούμε, λοιπόν, τι είναι η διαμεσολάβηση. Η διαμεσολάβηση είναι ένας τρόπος εξωδικαστικής επίλυσης διαφορών κατά τον οποία δύο ή περισσότερα μέρη μιας διαφοράς επιχειρούν μέσω μιας διαρθρωμένης διαδικασίας και με την βοήθεια ενός ουδέτερου, αμερόληπτου και ειδικά εκπαιδευμένου τρίτου, του διαμεσολαβητή, να επιλύσουν τη διαφορά τους. Σε διαμεσολάβηση υπάγονται υποθέσεις αστικής και εμπορικής φύσεως για τις οποίες τα μέρη έχουν εξουσία διαθέσεως.
Σίγουρα, όλοι μας διαβάσαμε μόλις έναν ορισμό ο οποίος δεν μας λέει και πολλά για το τι είναι πραγματικά η διαμεσολάβηση. Αν θέλουμε λοιπόν να καταλάβουμε τι είναι η διαμεσολάβηση ας φανταστούμε τον εαυτό μας ως μέρος μιας σύγκρουσης, η οποία αφορά μια διαφορά μας με ένα άλλο ή άλλα πρόσωπα. Τα πνεύματα είναι τεταμένα, πλέον δεν λύνεται το πρόβλημα μόνο με συζήτηση, μας πιέζει ο χρόνος και δεν θα θέλαμε να δαπανήσουμε πολλά χρήματα. Ο μόνος δρόμος μας πια είναι η αίθουσα του δικαστηρίου. Τι θα γινόταν όμως εάν υπήρχε μια διαδικασία κατά την οποία ένας ουδέτερος και αμερόληπτος τρίτος με ειδική εκπαίδευση για να διαχειριστεί ταυτόχρονα τη σύγκρουσή μας (ένταση, συναισθήματα κ.λπ.) και την διαφορά μας αυτή καθεαυτή, σε ένα ασφαλές και εμπιστευτικό περιβάλλον, με τη δυνατότητα να προσαρμόσει την διαδικασία την ίδια στις δικές μας ανάγκες, με την βοήθεια των δικηγόρων μας για να προασπιστούν τα δικαιώματά μας, σε λίγο ή τουλάχιστον λογικό χρόνο, με ένα λογικό κόστος και στο τέλος της διαδρομής με την εγγύηση ότι βρίσκεται μια συμφωνία που εξυπηρετεί και τους δύο αλλιώς είμαστε ελεύθεροι να αποχωρήσουμε;
Αυτή λοιπόν η επιλογή είναι η διαδικασία της διαμεσολάβησης. Η διαμεσολάβηση είναι μια δυναμική, δομημένη και διαδραστική διαδικασία κατά την οποία το ουδέτερο μέρος δηλαδή ο διαμεσολαβητής βοηθά μέρη που βρίσκονται σε σύγκρουση να λύσουν τη διαφορά τους μέσω ειδικής μορφής επικοινωνίας και τεχνικών διαπραγμάτευσης. Ο Διαμεσολαβητής δεν είναι δικαστής και δεν αποφαίνεται επί της διαφοράς. Μπορεί να κάνει πολλά πράγματα αλλά σίγουρα όχι να παίρνει αποφάσεις. Ο διαμεσολαβητής, ειδικά εκπαιδευμένος και διαπιστευμένος από το Υπουργείο Δικαιοσύνης, ενημερώνει τα μέρη σε βάθος, συλλέγει στοιχεία για την διαφορά, έρχεται σε επαφή με τα μέρη και με τους δικηγόρους τους και όταν έρθει η κατάλληλη στιγμή ξεκινά η διαδικασία της διαμεσολάβησης η οποία έχει δομηθεί στα μέτρα και τις ανάγκες των μερών. Με ειδικές τεχνικές «εκμαιεύει» τα βαθύτερα συμφέροντα, βοηθά τα μέρη να ακουστούν και να εκφραστούν, μεταφέρει εκατέρωθεν προτάσεις, λύνει αδιέξοδα, διευκολύνει τα μέρη να διαπραγματευτούν μεταξύ τους και τα καθοδηγεί ούτως ώστε να επωφεληθούν στο έπακρο τη διαδικασία φτάνοντας, ει δυνατόν, σε μια συμφωνία η οποία -ακολουθώντας τις νόμιμες διαδικασίες και αν τα μέρη το επιθυμούν- θα είναι εκτελεστός τίτλος.
Το βασικότερο όλων όμως είναι ότι σε αντίθεση με την διαδικασία στο ακροατήριο στη διαδικασία της διαμεσολάβησης ο ιθύνων νους, ο αρχηγός, είναι ο πολίτης και οι ανάγκες-συμφέροντα-δικαιώματά του. Ακόμα και αν η διαφορά του ανήκει στην σφαίρα των υποθέσεων για τις οποίες προβλέπεται η υποχρεωτική υπαγωγή στη διαμεσολάβηση, αυτός κρατάει τα ινία του άρματος της διαμεσολάβησης. Από τον χρόνο και τον τόπο, το ποιος θα είναι ο διαμεσολαβητής, αν θα χρειαστούν τρίτα πρόσωπα (εμπειρογνώμονες) μέχρι το ύστατο σημείο της το σημείο της συμφωνίας ή όχι και το αν η διαδικασία ή η συμφωνία η ίδια θα είναι εμπιστευτική, το αποφασίζουν τα μέρη. Φυσικά, τα μέρη έχουν τη βοήθεια του νομικού τους παραστάτη , δηλαδή του δικηγόρου τους και, ενημερωμένοι πλήρως από τον ίδιο τον διαμεσολαβητή για το ό,τι αφορά τη διαδικασία και τις επιλογές τους, είναι έτοιμοι να τις εκμεταλλευθούν στο έπακρο.
Η διαμεσολάβηση ήρθε για να δώσει μία δυναμική λύση στο πρόβλημα των φορτωμένων πινακίων, των μακρόχρονων δικαστικών αγώνων σε δικαστήρια, στη ψυχολογική φθορά όλων των παραγόντων μιας δίκης και το μεγάλο οικονομικό κόστος. Η διαδικασία της διαμεσολάβησης δεν δύναται να ξεπεράσει τις 24 ώρες, εκτός αντίθετης συμφωνίας των μερών, με άλλα λόγια εάν τα μέρη καταλήξουν σε μια συμφωνία θα έχουν λύσει μια διαφορά που θα τους ταλαιπωρούσε για χρόνια σε ένα 24ωρο. Εκτός των άλλων, η διαμεσολάβηση ως ξεκάθαρα οικονομικότερη και γρηγορότερη διαδικασία λύνει το πρόβλημα των υπέρογκων εξόδων μιας δικαστικής διαμάχης που έστεκαν εμπόδιο στην επίλυση των διαφορών πολιτών στα χρόνια της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων. Φυσικά, η διαμεσολάβηση δεν είναι το μαγικό ραβδί που λύνει όλα μας τα προβλήματα είναι όμως το τελευταίο οχυρό πριν τη δικαστική διαμάχη, ακριβώς τη στιγμή που πλέον μια διαφορά δεν μπορεί να λυθεί από τα μέρη απευθείας και χρειάζεται πλέον να επέμβει ένας τρίτος.
Ας μιλήσουν τα νούμερα:
Σύμφωνα με τον πίνακα των αποτελεσμάτων για την δικαιοσύνη στην Ε.Ε. για το 2015 η Ελλάδα βρίσκεται στη δεύτερη θέση στον πίνακα με τον αριθμό των αστικών και εμπορικών υποθέσεων που εισάγονται στα δικαστήρια της χώρας ανά 100 κατοίκους. Συγκεκριμένα, ο αριθμός είναι 6,2 υποθέσεις ανά 100 κατοίκους, με το Βέλγιο να είναι η μόνη χώρα που μας ξεπερνά (με 6,7). Παράλληλα, η χώρα μας βρίσκεται στην τρίτη χειρότερη θέση αναφορικά με το χρόνο επίλυσης διαφορών συνολικά, πίσω από Μάλτα και Πορτογαλία. Η Ελλάδα έχει καταδικαστεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου σε περισσότερες από 360 υποθέσεις για υπερβολικές καθυστερήσεις στην απονομή της δικαιοσύνης από όλα τα δικαστήρια, πολιτικά, ποινικά και διοικητικά. Συγκεκριμένα, στα 47 κράτη του Συμβουλίου της Ευρώπης η Ελλάδα κατέχει την τέταρτη σειρά στις παραβιάσεις της εύλογης διάρκειας της δίκης. Υπάρχει μάλιστα και ακραία υπόθεση για την οποία η χώρα μας καταδικάστηκε, γιατί καθυστέρησε η έκδοση απόφασης είκοσι επτά ολόκληρα χρόνια.
Μερικές πληροφορίες ακόμα:
Ο θεσμός της Διαμεσολάβησης εισήχθη στην Ελλάδα με το Νόμο 3898/2010 – “Διαμεσολάβηση σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις” κατ’ εφαρμογή της “Οδηγίας 2008/52/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 21ης Μαΐου 2008” .
