Σύμφωνα με το Μηνιαίο Δελτίο Οικονομικής Δραστηριότητας του ΣΕΒ , ο ρυθμός ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας επιταχύνθηκε στο +0,8% το 2ο τρίμηνο του 2017, από +0,4% το προηγούμενο τρίμηνο και -0,5% το 2ο τρίμηνο του 2016, στηριζόμενος κυρίως στην ιδιωτική και δημόσια κατανάλωση (+0,7% και +3,3% αντίστοιχα) και τις εξαγωγές (+9,5%), την ώρα που οι επενδύσεις σε πάγια σημείωσαν πτώση (-4,6%).
Τα στοιχεία αυτά αποτυπώνουν μια ανάκαμψη κατώτερη των προσδοκιών, γεγονός το οποίο μπορεί εν μέρει να αποδοθεί στην καθυστέρηση ολοκλήρωσης της 2ης αξιολόγησης του προγράμματος προσαρμογής. Η εικόνα των επενδύσεων εξακολουθεί να προβληματίζει, καθώς η συμβολή τους στη μεταβολή του ΑΕΠ κατά το 2ο τρίμηνο του 2017 ήταν αρνητική κατά -2,2 π.μ., ενώ συνολικά το 1ο εξάμηνο του 2017 οι επενδύσεις διαμορφώθηκαν σε €10,5 δισ. παρουσιάζοντας άνοδο μόλις +2,7% σε σύγκριση με το αντίστοιχο εξάμηνο του 2016, μετά από στασιμότητα στο επίπεδο των €21,1 δισ. το 2016 και το 2015. Παράλληλα, ο ρυθμός αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης αποδυναμώθηκε κατά το 2ο τρίμηνο του 2017, με τη συμβολή της να περιορίζεται στις +0,5 π.μ. από +0,9 π.μ. το προηγούμενο τρίμηνο. Την ίδια ώρα, το ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών διαμορφώνεται σε ιστορικά χαμηλό αρνητικό επίπεδο (-9,4% το 2016 και -13,4% το 1ο τρίμηνο του 2017). Ταυτόχρονα, οι φόροι και οι εισφορές εξακολουθούν να διαβρώνουν το εισόδημα των νοικοκυριών, που ήδη συρρικνώνεται θέτοντας σε αμφιβολία τη βιωσιμότητα της ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας.
Συνολικά, κατά το 1ο εξάμηνο του έτους, το ΑΕΠ αυξήθηκε κατά +0,6%. Έτσι, προκειμένου να επιβεβαιωθεί η πρόβλεψη της κυβέρνησης για ανάπτυξη 1,8% το 2017, το ΑΕΠ θα πρέπει να σημειώσει άνοδο περίπου +3% κατά το 2ο εξάμηνο του έτους.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, έρχεται να προστεθεί μια τάση αποβιομηχάνισης, με επιπτώσεις στην απασχόληση, ως αποτέλεσμα στρεβλώσεων και δυσκαμψιών στην παραγωγική διαδικασία. Το γεγονός αυτό μπορεί να αντιμετωπιστεί, μόνο με τη δημιουργία σύγχρονων, ανταγωνιστικών επιχειρήσεων που παράγουν πλούτο, θέσεις εργασίας και συλλογική προοπτική για μία ανταγωνιστική, ισχυρή και κοινωνικά δίκαιη οικονομία.
Μια σύγκριση με την Ευρώπη δείχνει ότι οι κλάδοι με το μεγαλύτερο έλλειμμα απασχόλησης, άρα και με τη μεγαλύτερη δυνατότητα δημιουργίας νέων θέσεων εργασίας, βρίσκονται στη βιομηχανία και ιδιαίτερα στη μεταποίηση. Πρόσφατη έρευνα που βασίστηκε σε στοιχεία του ΟΟΣΑ έδειξε ότι η υποθετική προσαρμογή της παραγωγικής βάσης της χώρας στον μέσο όρο των χωρών της ευρωζώνης θα έδινε δουλειές σε περίπου ένα εκατομμύριο πολίτες που σήμερα είναι είτε άνεργοι είτε ανενεργοί. Αυτό σημαίνει ότι το ΑΕΠ της χώρας θα αυξανόταν κατά 47 δισ. ευρώ, όταν μέσα στην εξαετία της κρίσης χάθηκαν σχεδόν 64 δισ. ευρώ!
Όμως αυτή η παραγωγική ανασυγκρότηση, πρέπει να γίνει με την αυτοδέσμευση όλων των παραγόντων για βιώσιμη ανάπτυξη, υπεύθυνη επιχειρηματικότητα και διαφάνεια. Την επιλογή της ανάπτυξης στους άξονες της εξωστρέφειας, της ανταγωνιστικότητας και της καινοτομίας, με σεβασμό στο περιβάλλον, που θα δημιουργεί θέσεις εργασίας και μια συνεκτική κοινωνία.
Κατά συνέπεια απαιτείται αλλαγή του παραγωγικού προτύπου, προς βιομηχανικές δραστηριότητες που παράγουν διεθνώς ανταγωνιστικά προϊόντα και προς εξωστρεφείς δραστηριότητες παροχής καινοτόμων υπηρεσιών μέσω του Διαδικτύου, ψηφιακών κόμβων, κ.ο.κ. Οι ελληνικές επιχειρήσεις για να ανταποκριθούν σε αυτή την πρόκληση και να απευθυνθούν στην παγκόσμια αγορά, θα πρέπει να αποκτήσουν μεγαλύτερο μέγεθος και υψηλότερο τεχνολογικό επίπεδο. Χρειάζονται, λοιπόν, ιδιωτικές επενδύσεις σε νέες επιχειρηματικές δραστηριότητες και σε υποδομές, ικανές να μετασχηματίσουν σταδιακά την οικονομία.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι επιχειρήσεις επιβάλλεται να αναλάβουν ένα ηγετικό ρόλο για την αλλαγή του παραγωγικού μοντέλου. Εκτίμησή μας είναι ότι έχουν τη βούληση αλλά και τις δεξιότητες για να πρωτοστατήσουν. Άλλωστε όλο και περισσότερες αναθεωρούν τις στρατηγικές τους και τις οργανωτικές τους δομές και προβαίνουν στη συστηματική μέτρηση των περιβαλλοντικών και κοινωνικών επιπτώσεων των δραστηριοτήτων τους και στην ενσωμάτωση αυτών των επιπτώσεων στα οικονομικά τους μεγέθη. Η επιχειρηματικότητα αλλάζει δραστικά σε ένα συνεχώς μεταβαλλόμενο περιβάλλον, σε μια παγκόσμια αγορά ανταγωνιστική αλλά και απαιτητική και ευαίσθητη.
Θεωρούμε βέβαιο ότι η οικονομία μας θα παράξει κατά κανόνα υψηλότερης προστιθέμενης αξίας διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά και κατ’ επέκταση καλύτερες θέσεις εργασίας.
Είναι πλέον καιρός να περιοριστεί η αυστηρή ικανοποίηση των προβλέψεων του Μνημονίου, έτσι ώστε να μην στερείται η πραγματική οικονομία κρίσιμων συμπληρωματικών πολιτικών που θα φέρουν επενδύσεις και θέσεις εργασίας. Αντιλαμβανόμαστε όλοι ότι για να παράγουμε πλεονάσματα, να πληρώνονται μισθοί, συντάξεις και επιδόματα χρειάζονται εργαζόμενοι στην ιδιωτική οικονομία.
