Για δεκαετίες, το αργό πετρέλαιο αποτέλεσε τον βασικό πυλώνα της ρωσικής οικονομίας, πολύ περισσότερο από τις εξαγωγές φυσικού αερίου προς την Ευρώπη. Η προοπτική πτώσης των τιμών, με αφορμή τα αμερικανικά σχέδια για τον έλεγχο των πετρελαϊκών υποδομών της Βενεζουέλας, προκαλεί ανησυχία στη Μόσχα. Αναλυτές εκτιμούν ότι η χώρα της Λατινικής Αμερικής, που διαθέτει τα μεγαλύτερα επιβεβαιωμένα αποθέματα πετρελαίου στον κόσμο, θα μπορούσε να αυξήσει σημαντικά την παραγωγή της ήδη από φέτος, πιέζοντας τις διεθνείς τιμές και, κατ’ επέκταση, τα ρωσικά έσοδα.
Οι αμερικανικές κυρώσεις σε ενεργειακούς κολοσσούς, όπως η Rosneft και η Lukoil, σε συνδυασμό με την ενίσχυση του ρουβλίου, έχουν ήδη περιορίσει τα έσοδα της Ρωσίας από τις πωλήσεις πετρελαίου σε δολάρια. Όσοι προβλέπουν οικονομική κατάρρευση υποστηρίζουν ότι, μετά από τέσσερα χρόνια πολέμου στην Ουκρανία, το Κρεμλίνο βρίσκεται σε ευάλωτη θέση και ότι μια απότομη πτώση των τιμών του πετρελαίου θα είχε καταστροφικές συνέπειες για τη χρηματοδότηση της πολεμικής προσπάθειας.
Mια οικονομία που «δεν καταρρέει»
Η πραγματικότητα είναι πιο σύνθετη. Η οικονομική ανάπτυξη, που τροφοδοτήθηκε από τις κρατικές στρατιωτικές δαπάνες, έχει επιβραδυνθεί σχεδόν στο μηδέν, καθώς η κυβέρνηση προσπάθησε να περιορίσει τον πληθωρισμό. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προβλέπει ανάπτυξη μόλις 1% για το 2026. Τα επιτόκια κινούνται κοντά στο 20%, οι φόροι αυξάνονται και η ανεργία έχει υποχωρήσει σχεδόν στο 2%, λόγω σοβαρής έλλειψης εργατικού δυναμικού, καθώς χιλιάδες νέοι στρατολογούνται και οικογένειες μεταναστεύουν.
Τα εισοδήματα των νοικοκυριών, που αυξήθηκαν προσωρινά μέσω κοινωνικών παροχών, αναμένεται να παγώσουν. Σύμφωνα με ανάλυση του οικονομολόγου Μάρεκ Νταμπρόφσκι από το Think Tank Bruegel, οι πρόσφατες περικοπές μεταφέρουν το βάρος από τη Μόσχα στις περιφέρειες, μειώνοντας τις συντάξεις και περιορίζοντας τις δαπάνες για την εκπαίδευση. Επιχειρηματικοί κύκλοι τονίζουν ότι σε αυτό το περιβάλλον τα κίνητρα για επενδύσεις είναι περιορισμένα.
Tο παράδειγμα του Ιράν και ο σκιώδης στόλος
Ορισμένοι συγκρίνουν τη Ρωσία με το Ιράν, όπου οι κυρώσεις και οι στρατιωτικές πιέσεις οδήγησαν σε οικονομική ασφυξία και κοινωνικές αναταραχές. Ωστόσο, αναλυτές επισημαίνουν ότι η ρωσική οικονομία έχει αποδειχθεί πιο ανθεκτική, χάρη στη διαφορετική δομή της και στη δυνατότητα του κράτους να αντλεί εσωτερικούς πόρους.
Σε συζητήσεις που πραγματοποιήθηκαν στο Brookings Institution, εξετάστηκαν τρόποι ενίσχυσης των κυρώσεων. Από το 2022, η Ρωσία δημιούργησε έναν «σκιώδη στόλο» εκατοντάδων πλοίων για τη μεταφορά πετρελαίου σε χώρες όπως η Τουρκία και η Ινδία. Καθώς η δυναμικότητά του έχει μειωθεί, η πλήρης εφαρμογή αυστηρότερων κανόνων ασφάλισης από ευρωπαϊκά χρηματοπιστωτικά κέντρα θα μπορούσε να πλήξει τα έσοδα της Μόσχας.
Παρά τα προβλήματα, το Κρεμλίνο έχει καταφέρει να αναδιαρθρώσει την οικονομία του, λειτουργώντας την, όπως λένε αναλυτές, σε ένα είδος «τεχνητού κώματος», ώστε να περιορίσει τις εξωτερικές πιέσεις. Αν και τα αποθέματα μειώνονται και τα έσοδα από το πετρέλαιο έχουν πέσει από το 50% στο 25% των κρατικών εσόδων, η κυβέρνηση καλύπτει το κενό με αυξημένους φόρους σε πολίτες και επιχειρήσεις.
Ο Ρίτσαρντ Κόνολι από το Royal United Services Institute σημειώνει ότι το Κρεμλίνο έχει παρουσιάσει τον πόλεμο όχι ως σύγκρουση με την Ουκρανία, αλλά με τη Δύση συνολικά. Παράλληλα, η Κίνα παραμένει βασικός αγοραστής ρωσικού πετρελαίου, ενώ άλλοι σύμμαχοι καλύπτουν ανάγκες σε προσωπικό και εξοπλισμό.
Η ρωσική οικονομία υφίσταται σοβαρές πιέσεις και μακροπρόθεσμα οδηγείται σε στασιμότητα. Ωστόσο, βραχυπρόθεσμα, ακόμη και μια πτώση των τιμών του πετρελαίου δύσκολα θα προκαλέσει κατάρρευση. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις, όπως επισημαίνουν αναλυτές, δεν πρέπει να βασίζονται σε μια οικονομική κατάρρευση που δεν έρχεται, αλλά να συνεχίσουν να στηρίζουν στρατιωτικά και πολιτικά την Ουκρανία, ενώ ενισχύουν την πίεση στο ρωσικό εμπόριο.
protothema
