Με βάση τα αποτελέσματα της ERC Statistics 2007-2016, το 79,1% των ευρωπαϊκών επιχορηγήσεων πηγαίνει σε ερευνητικά εργαστήρια της Δυτικής, Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης, 12,3% σε εργαστήρια της Νότιας Ευρώπης, ενώ μόνο το 1,5% στην Ανατολική Ευρώπη.
Πολλοί ερευνητές που προέρχονται από χώρες της ανατολικής και νότιας Ευρώπης αναγκάζονται να μεταναστεύσουν σε χώρες που θα έχουν κίνητρα, επιχορήγηση και υποδομές για το ερευνητικό τους έργο, ώστε να μπορέσουν να εργαστούν. Τα αρνητικά αποτελέσματα του λεγόμενου brain drain δεν είναι μόνο οικονομικά αλλά και κοινωνικά, καθώς παρουσιάζεται πτώση της παραγωγικότητας, έλλειψη καινοτομίας και υψηλά ειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού. Όλα αυτά οδηγούν σε ανισομέρειες μεταξύ των μεγάλων οικονομιών και των οικονομιών του Νότου, επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας και υψηλότερα ποσοστά.
Η ως άνω κατάσταση σαφώς και επηρεάζει τη χώρα μας και κυρίως τους νέους επιστήμονες οι οποίοι μεταναστεύουν κατά κύματα. Για να αντιμετωπιστεί αυτό το γεγονός χρειάζονται άμεσα μεγάλες και καινοτόμες επενδύσεις, που είτε θα έρθουν μέσω των ιδιωτικοποιήσεων, είτε μέσω ενός προγράμματος επενδύσεων σε υποδομές και απελευθέρωση αγορών. Τέτοιοι τομείς είναι λιμάνια, μαρίνες, αεροδρόμια, υδατοδρόμια, η διασύνδεση δικτύων ηλεκτρισμού Ελλάδας και Ευρώπης. Είναι επίσης οι αναπλάσεις αστικών και εμπορικών περιοχών, τα δίκτυα οπτικών ινών, τα πάρκα της εφοδιαστικής αλυσίδας, η επεξεργασία αποβλήτων, η αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου, κλπ. Το Δημόσιο όχι μόνο δεν έχει τα χρήματα για να δανεισθεί, προκειμένου να φέρει σε πέρας τέτοια έργα, αλλά ούτε και θα μπορεί να δανεισθεί για πολλά χρόνια, παρά μόνο για να εξυπηρετεί το δημόσιο χρέος.
Πως όμως θα αρχίσει να αναπτύσσεται η οικονομία μας προς αυτή την κατεύθυνση;
Αυτό που προβληματίζει τους επενδυτές, είναι πότε θα υπάρξει ένα σταθερό δημοσιονομικό καθεστώς. Ιδιαίτερα στο φλέγον ζήτημα των «κόκκινων» δανείων, το ενδιαφέρον είναι έντονο αλλά μόνο σε επίπεδο ενημέρωσης, καθώς εκκρεμεί η νομοθέτηση των πιο καθοριστικών μέτρων.
Επιπλέον, η κατάρρευση του ΑΕΠ στο δ’ τρίμηνο του 2016, θέτει σε κίνδυνο όλο το ελληνικό πρόγραμμα, από τη στιγμή που οι δημοσιονομικοί στόχοι βασίζονται σε προβλέψεις για ισχυρή ανάπτυξη το 2017. Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο δραματική αν λάβουμε υπόψη το γεγονός ότι οι συνθήκες στα τέλη του περασμένου έτους ήταν ευνοϊκότερες από τις τρέχουσες, καθώς υπήρχε η προοπτική ολοκλήρωσης της δεύτερης αξιολόγησης τον Δεκέμβριο.
Η Eurobank σε πρόσφατη μελέτη της, επισημαίνει ότι για να επιτευχθεί ανάπτυξη της τάξης του 2,7% το 2017, θα πρέπει το ελληνικό ΑΕΠ να αυξάνεται κατά 1% σε τριμηνιαία βάση καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Σημειώνεται ότι αυτή η εκτίμηση έγινε μετά την πρώτη ανακοίνωση της ΕΛΣΤΑΤ για ανάπτυξη στο σύνολο του 2016. Κατά συνέπεια, πολλά θα κριθούν στα στοιχεία για το α’ τρίμηνο του 2017.
Συνεπώς απαιτείται αύξηση της επιχειρηματικής και καταναλωτικής εμπιστοσύνης, με παράλληλη βελτίωση των συνθηκών στις αγορές ομολόγων και στο χρηματιστήριο. Επίσης επιτάχυνση αναπτυξιακών μεταρρυθμίσεων με στόχο την ενίσχυση του ΑΕΠ.
