Η οικονομία μας επειγόντως πρέπει να αποκτήσει θετικό πρόσημο και να κινηθεί προς την ανάπτυξη. Εάν συμβεί αυτό στο εξωτερικό ισοζύγιο, αναπόφευκτα θα σημειωθεί άνοδος των εισαγωγών, οπότε πρέπει να υπάρξει και συστηματική άνοδος των εξαγωγών. Δημοσιονομικά όμως, δεν θα είναι διατηρήσιμη μια τέτοια ισορροπία λόγω της υπερβολικής επιβάρυνσης τόσο των επιχειρήσεων όσο και των εργαζομένων που σκοπό έχει την κάλυψη των ελλειμάτων. Άρα, χρειάζεται η επιμονή σε μεταρρυθμιστικές τομές. Οι διαρθρωτικές κινήσεις θα συνεισφέρουν συνολικά προς την κατεύθυνση της αξιοπιστίας του οικονομικού προγράμματος και τελικά της ανάπτυξης. Είναι απαραίτητο να υπάρξει σταθεροποίηση της οικονομικής πολιτικής σε μια αξιόπιστη κατεύθυνση χωρίς αμφιβολίες για ενδεχόμενες παλινδρομήσεις. Όσο αφήνεται να θεωρείται ότι καταστροφικές προοπτικές μπορεί να είναι ίσως αποδεκτά ενδεχόμενα, η οικονομία θα καρκινοβατεί στα σημερινά επίπεδα.
Οι βάσεις για βελτίωση στο άμεσο προσεχές διάστημα ασφαλώς υπάρχουν, όπως καταδεικνύεται από επιμέρους δείκτες, όπως της βιομηχανικής παραγωγής, εξαγωγών αγαθών και κατηγοριών επενδύσεων. Η οικονομία έχει περάσει από ιδιαίτερα δύσκολα μονοπάτια, όμως ακόμα έχει σφυγμό.
Το σύνολο σχεδόν του ελληνικού πληθυσμού έχει βιώσει δραστική μείωση του εισοδήματος, της περιουσίας και του βιοτικού επιπέδου του, το πλήγμα είναι ιδιαίτερα βαρύ για όσους βρίσκονται ή πλησιάζουν σε συνθήκες φτώχειας, ιδίως σε κατάσταση μακροχρόνιας ανεργίας. Είναι επείγον να επιταχυνθεί η δημιουργία πλέγματος προστασίας, με στοχευμένες δράσεις όπως π.χ. το πρόγραμμα ελάχιστου εγγυημένου εισοδήματος. Είναι επίσης κρίσιμο να αυξηθεί η ποιότητα των υπηρεσιών υγείας και εκπαίδευσης, όπου παρατηρείται έλλειμα αποτελεσματικότητας. Ταυτόχρονα αναδύονται συνεχώς φυγόκεντρες τάσεις και αποσυντονισμός με αποτέλεσμα η χώρα, να βρίσκεται εκτεθειμένη και ευάλωτη.
Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός, σύμφωνα με έρευνα του ΙΟΒΕ, της επιδείνωσης του Δείκτη Οικονομικού Κλίματος τον Μάιο, καθώς υποχώρησε στις 93,2 μονάδες από τις 94,9 τον προηγούμενο μήνα.
Επίσης στη ίδια έρευνα σημειώνεται ότι στους επιμέρους επιχειρηματικούς τομείς, καταγράφεται σημαντική επιδείνωση προσδοκιών στη Βιομηχανία και στις Κατασκευές. Από την άλλη πλευρά, συνεχίζουν να βελτιώνονται οι προσδοκίες στις Υπηρεσίες και ηπιότερα στο Λιανικό Εμπόριο, καθώς τροφοδοτούνται καθοριστικά από τις σχετικές με τον Τουρισμό δραστηριότητες,
Οι προβλέψεις για την παραγωγή τους προσεχείς μήνες, αλλά και οι εκτιμήσεις για τις παραγγελίες και τη ζήτηση εξασθενούν, με το ισοζύγιο στις εκτιμήσεις για τα αποθέματα να μην μεταβάλλεται ουσιαστικά.
Στις Κατασκευές, οι προβλέψεις για το πρόγραμμα εργασιών των επιχειρήσεων βαίνουν δυσμενέστερες, όπως και οι αντίστοιχες προβλέψεις για την απασχόληση.
Στο Λιανικό Εμπόριο, οι εκτιμήσεις για τις τρέχουσες πωλήσεις βελτιώνονται οριακά, όπως και σε μεγαλύτερο βαθμό, οι προβλέψεις για τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξή τους, με τις εκτιμήσεις για το ύψος των αποθεμάτων να παραμένουν ουσιαστικά στα ίδια επίπεδα.
Στις Υπηρεσίες, οι εκτιμήσεις για την τρέχουσα κατάσταση των επιχειρήσεων βελτιώνονται ελαφρά, όπως και οι εκτιμήσεις για την τρέχουσα ζήτηση, ενώ οι προβλέψεις για τη βραχυπρόθεσμη εξέλιξη της ζήτησης παραμένουν στα ίδια επίπεδα.
Στην Καταναλωτική Εμπιστοσύνη, από τις μεταβλητές του δείκτη, σημειώνεται σε όλες άμβλυνση των δυσμενών προβλέψεων των νοικοκυριών, η οποία είναι οριακή για την οικονομική κατάστασή τους και για την οικονομική κατάσταση της χώρας και ελαφρώς εντονότερη ως προς τις προβλέψεις για την ανεργία, ενώ εξακολουθεί να παραμένει χαμηλή η πρόθεση για αποταμίευση.
Κατά συνέπεια είναι αναγκαίο να εκλείψει η αβεβαιότητα και να επιταχυνθούν αποφάσεις για σημαντικές επενδύσεις, τόσο σε φυσικό κεφάλαιο (όπως στην ενέργεια και άλλους σημαντικούς κλάδους όπου παρατηρείται αποεπένδυση και απαιτείται ξεκαθάρισμα των κανόνων), όσο και σε ανθρώπινο κεφάλαιο (η εκπαίδευση είναι βασικός μοχλός για ανταγωνιστικότητα χωρίς μείωση μισθών, για καινοτομία, όσο και για κοινωνική κινητικότητα).
