Της Γιώτας Κοντογεωργοπούλου
Είχε γίνει αποδέκτης ύβρεων, κατά παραγγελία ελέγχων και ρατσιστικών σχολίων. Είχε περάσει ατελείωτες ώρες στο κρύο και άλλες τόσες στην βροχή, σε μια πόλη που σπανίως του χαμογελούσε και ακόμη πιο σπανίως παρενέβαινε όταν γίνονταν έφοδοι εναντίον του με στόχο την είσπραξη της ημέρας που είχε τον ήχο των κερμάτων.
Πέθανε μονάχος σε μιαν άκρη της πόλης. Έγινε αντιληπτός από τη μυρωδιά του. Δεν υπήρχε κανείς να ανησυχήσει για αυτόν. Ο μόνος που τον έκλαψε ήταν ένας σκύλος.
Ο Πολωνός της Πάτρας είχε βεβαίως και φίλους. Ελάχιστους. Όχι φίλους από τους κανονικούς, από αυτούς που σου δίνουν ένα χέρι να κρατηθείς στη δύσκολη, αλλά από τους άλλους που ευδοκιμούν εδώ στην Πάτρα και απανταχού του νέου κόσμου… Περαστικούς που δεν στράβωναν όταν τον έβλεπαν ή άκουγαν το ακορντεόν του να διεμβολίζει την ρουτίνα μιας καθημερινότητας που την λές και ασύδωτη. Περαστικούς που δεν μασούσαν το στραγάλι της ξενοφοβίας, που μερικές φορές του έσκαγαν ένα χαμόγελο, του έγνεφαν ένα “γεια” και κάπου κάπου διακοσμούσαν το τάσι του με το χρώμα του ευτελούς χρήματος.
Ένας γνωστός απολύτως άγνωστος στην καρδιά της πόλης. Φιγούρα αφημένη στον καιρό που άγει και φέρει και καθώς αλλάζει ταχύτητες κάνει μέσα μας και περίεργες εγγραφές. Ο μετανάστης που αγνοήσαμε ήταν κομμάτι μιας μέρας και εν τη απουσία του βλέπουμε την τρύπα της ενώ αυτή χάσκει ξαφνικά ελέγχοντας την ανθρωπιά μας με έναν τρόπο περίεργο πλην αποκαλυπτικό.
Είναι αυτή η απώλεια που την συνειδητοποιείς ενώ απέχει το ερέθισμα την ώρα που διέρχεσαι έναν πεζόδρομο ή μια πλατεία. Σαν να λείπει ξαφνικά το συντριβάνι της…
Είναι το κενό που σου εφιστά την προσοχή στο ότι δεν πρόσεξες τον άνθρωπο, αλλά την εθνικότητα, δεν διηύθυνες σωστά τις προτεραιότητές σου, δεν άκουσες τον ήχο, αλλά τη φασαρία.
Η αίσθηση πως ό,τι περνάει χάνεται και δεν έχεις το περιθώριο να επιστρέψεις και να ξανασκεφτείς τι έφταιξε και η μόνη παρέα που επεφύλαξε αυτή η πόλη στον χαμογελαστό Πολωνό με το ακορντεόν ήταν ένας μόνο σκύλος που αίφνης είδε το ενδιαφέρον να στρέφεται επάνω του, έτσι όπως δεν στράφηκε ποτέ στον δικό του μοναδικό φίλο όταν αυτός το είχε ανάγκη.
Ο Πολωνός μετανάστης έφυγε αγνοώντας την έκρηξη αγάπης που έμελλε να του απευθυνθεί μετά θάνατον επιβεβαιώνοντας την καλλιτεχνική του φύση.
Ο πεζόδρομος έχασε τις νότες του, ο σκύλος το αφεντικό του και το ακορντεόν τα δάχτυλα που το παίδευαν για να ακούνε μουσική άνθρωποι κατά το ήμισυ κουφοί που ξάφνου τους λείπει ο ρυθμός του.
Άνθρωποι που οφείλουν να δουν την ταινία του γελαστού μετανάστη σε fast forward για να ακούσουν το τραγούδι του ανθρώπου που αγνόησαν, κοίταξαν καχύποπτα ή απλώς ξέχασαν να του επιστρέψουν το χαμόγελο, να ανταμείψουν με κέρμα την προσπάθειά του να καλύψει τους θορύβους ένα πρωί στο κέντρο της πολης, να νοιαστούν για το πρόσωπο πίσω από τη σύσπαση των μυών, την περιπέτεια πίσω από το προφανές της παρουσίας ενός αλλοδαπού στην πόλη.
Μερικοί άνθρωποι φεύγοντας κάνουν θόρυβο μεγαλύτερο από αυτόν που έκαναν όταν ήρθαν.
Αυτό σημαίνει πως κάτι είχαν να μας πουν.
σ.σ. Τον έλεγαν Γιάροσλαβ. Τον φώναζαν Γιάρεκ.
