Στη χώρα μας σήμερα κυριαρχούν οι συμβάσεις μερικής απασχόλησης και οι συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου επειδή είναι δύσκολη η εξεύρεση εργασίας με πλήρες ωράριο ή σε μόνιμη βάση. Σε αυτό επίσης συνετέλεσε η αυτοματοποίηση των παραγωγικών διαδικασιών, η συρρίκνωση των μεσοπρόθεσμων αναπτυξιακών προσδοκιών και η επέκταση κλάδων έντασης ευέλικτων μορφών εργασίας, στην παγκόσμια οικονομία.
Τα φαινόμενα αυτά ενισχύθηκαν λόγω της εφαρμογής μέτρων ευέλικτων μορφών απασχόλησης σε μια προσπάθεια να προστατευθεί η απασχόληση και τα εισοδήματα από τη μεγάλη ύφεση που έφερε η βίαιη προσαρμογή της οικονομίας στην περίοδο των Μνημονίων. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι η μακροχρόνια κρίση και ύφεση έχουν οδηγήσει σε οιονεί απώλεια δεξιοτήτων και θέσεων εργασίας, που είναι εκτός αγοράς για πάνω από τέσσερα χρόνια, και που δεν είναι πλέον εύκολα απασχολήσιμοι, παρά μόνο ίσως μέσω ευέλικτων μορφών εργασίας.
Τέλος, η αύξηση του μη μισθολογικού κόστους, και ιδίως των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης, αλλά και της φορολογίας γενικότερα τα τελευταία χρόνια, έχει οδηγήσει σε μεγαλύτερη ζήτηση αυτοαπασχολούμενων, οικονομικά εξαρτημένων από έναν ή δυο εργοδότες, που εργάζονται ως μισθωτοί με δελτίο παροχής υπηρεσιών.
Βεβαίως, η ελληνική αγορά εργασίας υφίσταται τις αλλαγές στην αγορά εργασίας, υπό το βάρος των κανόνων που θεσπίστηκαν κάτω από έκτακτες καταστάσεις (κρίση δημόσιου χρέους, ύφεση). Επισημαίνεται ότι ήταν επιλογή στα διαδοχικά προγράμματα η προσαρμογή να γίνει κυρίως μέσω της υπερφορολόγησης, που μειώνει τις ιδιωτικές επενδύσεις και την ιδιωτική απασχόληση.
Επείγει, συνεπώς να συμφωνηθεί μέσω του κοινωνικού διαλόγου ένα νέο, φιλικό προς την ανάπτυξη, θεσμικό πλαίσιο στα εργασιακά, που θα σηματοδοτήσει την αύξηση της απασχόλησης και την ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας και εργασίας.
Είναι σαφές ότι η οικονομία ανακάμπτει λόγω αύξησης της ζήτησης, που επηρεάζεται κυρίως από εξωγενείς παράγοντες (τουρισμός, εξαγωγές). Η αύξηση της απασχόλησης θα προκύψει εφ’ όσον αρθεί η αβεβαιότητα στην διατήρηση της ζήτησης χωρίς να έχει αναδιαταχθεί το παραγωγικό πρότυπο προς εξωστρεφείς βιομηχανικές δραστηριότητες. Ως εκ τούτου, η ανάκαμψη σήμερα είναι υποτονική καθώς δεν ενισχύεται η πλευρά της προσφοράς (διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, κερδοφόρες ιδιωτικές επενδύσεις, φιλικό προς την επιχειρηματικότητα περιβάλλον, κ.α.)και η παραγωγή παραμένει καθηλωμένη. Επιπροσθέτως, είναι αναγκαίες και οι μεταρρυθμίσεις στο κράτος. Σε κάθε περίπτωση, δεν αρκεί μόνο η αύξηση των εξαγωγών. Χρειάζεται ταυτόχρονα και μείωση των εισαγωγών. Η χώρα χρειάζεται επιχειρήσεις που θα διεισδύσουν ακόμη περισσότερο σε ξένες αγορές, και, βεβαίως, θα κατακτήσουν ένα μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής αγοράς.
Απαιτείται ένα νέο παραγωγικό πρότυπο, που, όμως, δεν μπορεί να προκύψει μόνο από επιδοτήσεις του κράτους για νέες καινοτόμες επιχειρηματικές δραστηριότητες σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Εάν δεν ενθαρρυνθούν νέες ιδιωτικές επενδύσεις σε παραγωγικές δομές και αν δεν στραφεί η βιομηχανία μας προς νέες κατευθύνσεις ώστε η ανάκαμψη να γίνει αυτοτροφοδοτούμενη, η χώρα θα συνεχίσει να υπόκειται σε αστάθμητους παράγοντες αμφιβόλου αποτελεσματικότητας.
Συνεπώς, χωρίς ενδυνάμωση των προηγμένων τεχνολογικά κλάδων που προσφέρουν δουλειές κατά κανόνα πλήρους απασχόλησης και υψηλότερων αμοιβών, όπως η βιομηχανία, η ζήτηση για ευέλικτη απασχόληση θα εξακολουθήσει να επεκτείνεται ανεξαρτήτως θεσμικών αλλαγών στα εργασιακά.
