Η συνεισφορά του τουρισμού στην οικονομία
Το μεγάλο οικονομικό πλεονέκτημα του τουρισμού είναι ο ισχυρός αναδιανεμητικός του χαρακτήρας. Καμία άλλη οικονομική δραστηριότητα δεν μεταφέρει τόσο αποτελεσματικά και άμεσα, χωρίς μεσάζοντες, τα εισοδήματα από «πάνω» προς τα «κάτω». Χάρη στον τουρισμό, τα χρήματα που κέρδισε, για παράδειγμα, ο Ολλανδός γιατρός θα πάνε απευθείας «στο παιδί» που νοικιάζει ξαπλώστρες στην Κουρούτα, που έχει ενοικιαζόμενα δωμάτια στην Πάλαιρο, μαγαζί με τοπικά προϊόντα στα Καλάβρυτα, καφετέρια στη Ζαχάρω, καντίνα στην Κυλλήνη, ταξί στο Διακοφτό, πάγκο με αγροτικά προϊόντα στο Νεοχώρι κ.ο.κ. Καμία άλλη δραστηριότητα σήμερα δεν αποτρέπει τόσο άμεσα την φυγή στις πόλεις ή, ακόμη χειρότερα, στην Ολλανδία για να δουλέψουν εκεί για τον Ολλανδό γιατρό.
Με αυτό το σκεπτικό, δεν έχει νόημα να μιλάμε για 30 εκατομμύρια τουρίστες το χρόνο αν αυτοί συγκεντρώνονται σε all inclusive μεγάλες μονάδες που αποτρέπουν οποιαδήποτε δαπάνη έξω από αυτές, συμπιέζουν τις θέσεις εργασίας ανά τουρίστα, λειτουργούν με διεθνείς μεσάζοντες, προσφέρουν τυποποιημένα και εισαγόμενα προϊόντα και υπηρεσίες, και το μόνο πραγματικό όφελος για την ελληνική οικονομία είναι μέσω της φορολογίας των μεγάλων επιχειρήσεων. Θα προτιμούσαμε λιγότερους, ας πούμε 15 ή 20 εκατομμύρια, που να περιφέρονται και να αφήνουν παντού και με ποικίλους τρόπους την «εισφορά τους στην εθνική οικονομία». Αν σε αυτά συνυπολογίσουμε την ποιότητα ζωής για τους επαγγελματίες του τουρισμού (άλλο η τοπική επιχείρηση και άλλο η «φάμπρικα» του all inclusive) και την πολιτιστική αξία της όσμωσης του τουρίστα με την τοπική κοινωνία, τότε ο «διάχυτος» τουρισμός είναι προτιμότερος.
Ευκαιρία να προβάλουμε τον πιο χαλαρό (αλλά πιο προσοδοφόρο) τουρισμό
Ακόμη και όσοι στηρίζουν άκριτα την συγκεντρωτικό τουρισμό συμφωνούν ότι φέτος, με δεδομένη την χρεοκοπία της υπερσυγκέντρωσης λόγω πανδημίας, είναι ευκαιρία να προβάλουμε τον λιγότερο εντατικό, λιγότερο συγκεντρωμένο (αλλά και μάλλον πιο συμφέροντα για την εθνική οικονομία) τουρισμό. Να προβάλουμε την αληθινή φυσιογνωμία του τόπου, που δεν είναι (μόνο) η Ολυμπία, τα Αστικά Κέντρα και οι παραδοσιακοί προορισμοί εσωτερικού τουρισμού, αλλά το σύνολο της φυσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς, τα τοπία και οι ατελείωτες, ποικίλες πολιτιστικές και περιβαλλοντικές διαδρομές:
Τα 80 χιλιόμετρα αμμουδιά στη Δυτική Πελοπόννησο – ένα από τα καλύτερα παράκτια συστήματα στη Μεσόγειο. Τα κυκλώπεια τείχη (Τείχος Δυμαίων) που δεσπόζουν πάνω από το πιο φωτογενές Εθνικό Πάρκο της Ευρώπης στην Στροφυλιά. Τη συγκλονιστική παράκτια διαδρομή από Μύτικα προς Αστακό και τις εκβολές του Αχλεώου, που συνδυάζονται με το εξαιρετικό Αρχαίο Θέατρο των Οινιάδων. Το δάσος της Φολόης και τα ορεινά ποτάμια συστήματα της Πελοποννήσου όπου κυριαρχεί ο μύθος του Πάνα, του Ηρακλή, των Κενταύρων. Το «αμπελο-οινικό» τοπίο της Αιγιάλειας, που ξεκινά από το Αρχαίο θέατρο της Αιγείρας. Ο πολύ φιλικός και «εκπαιδευτικός» αρχαιολογικός χώρος της Βούτενης μέσα σε ένα αντιπροσωπευτικό ελληνικό αγροτικό τοπίο. Την μοναδική στην Ελλάδα και σπάνια στην Ευρώπη «κουλτούρα της λιμνοθάλασσας» σε Μεσολόγγι – Αιτωλικό μαζί φυσικά με το Εθνικό Πάρκο. Το δάσος του Ξηρομέρου με την παράδοση της συλλογής και εξαγωγής βελανιδιού. Τα «Μετέωρα της Πελοποννήσου» στον Κερυνίτη (Αιγιάλεια). Τον αρχαιολογικό χώρο της Ήλιδας και την διαδρομή μέχρι την Ολυμπία. Τον Αχελώο και την «χώρα των λιμνών» γύρω του. Το παραμυθένιο ανθισμένο καστανοδάσος της Ναυπακτίας. Τα φαράγγια, τα ελατοδάση, τα ορεινά χωριά.
Αυτός ο συνδυασμός φυσικών και πολιτιστικών τοπίων δεν αποτελεί απλά «δειγματολόγιο» προορισμών αλλά συνθέτει την κεντρική «προσφορά»: Εμπειρίες ζωής, ατελείωτα road trips, πολυθεματικές τουριστικές δραστηριότητες και πολλές αποκεντρωμένες επιχειρήσεις.
Το περιβάλλον στηρίζει τον συμβατικό, όχι μόνο τον εναλλακτικό τουρισμό.
Όταν λέμε τα παραπάνω λαμβάνουμε συχνά την απάντηση «μα, φυσικά, όλοι θέλουμε εναλλακτικό τουρισμό». Πρόκειται για παρανόηση. Το περιβάλλον, τα τοπία και οι αποκεντρωμένες πολιτιστικές διαδρομές δεν ενδιαφέρουν μόνο «εναλλακτικούς» τουρίστες – ακριβώς όπως η Ολυμπία δεν ενδιαφέρει μόνο αρχαιολόγους και φιλόλογους. Κάθε τι που αξίζει, αποτελεί υποδομή για υγιή, έντιμο, ποιοτικό τουρισμό. Είναι η μοναδική αξιόπιστη εναλλακτική λύση στην κρουαζιέρα (η οποία έτσι κι αλλιώς έφτανε σε κορεσμό) και την υπερσυγκέντρωση τουριστών.
Η Περιφέρεια και το ΕΣΠΑ.
Η ανάδειξη και η στήριξη αυτού του μοντέλου είναι απλή και μπορεί να γίνει μέσω του ΕΣΠΑ. Εκτός από την στήριξη μικρών και αποκεντρωμένων επιχειρήσεων, μπορούν να βελτιωθούν απλές βασικές υποδομές προσέγγισης και επίσκεψης. Δεν ζητάμε επιπλέον οδικά έργα, Ένας χώρος στάθμευσης, η βελτίωση μερικών στροφών για τα λεωφορεία, κάποιος φωτισμός, η αντικατάσταση μιας περίφραξης, μια ενημερωτική πινακίδα είναι μικρές παρεμβάσεις που μπορούν να αλλάξουν την (παοκεντρωμένη) τουριστική φυσιογνωμία της Περιφέρειας.
(Συν)εκμετάλλευση του brand name «Πελοπόννησος».
Εδώ και καιρό επαναλαμβάνουμε ότι τουλάχιστον στο διεθνές marketing, η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας πρέπει να έχει κοινή παρουσία με την Περιφέρεια Πελοποννήσου. Ο ιστορικά αναγνωρισμένος γεωγραφικός προσδιορισμός «Πελοπόννησος» χάνει από την διοικητική διαίρεση, η οποία δεν ενδιαφέρει κανέναν άλλον, εκτός από όσους ζουν εδώ και μπερδεύει τους ξένους (η Αρχαία Ολυμπία βρίσκεται, στην Πελοπόννησο ή στη Δυτική Ελλάδα;) Η κοινή εκπροσώπηση θα είναι κλασσική «win – win» τακτική: οι δύο Περιφέρειες θα αυξήσουν τον ζωτικό τους χώρο και θα αναδείξουν μερικά κορυφαία μέρη που μοιράζονται «εξ αδιαιρέτου»: τον Κυπαρισσιακό, το μυθικό τοπίο της Γορτυνίας, τον Κορινθιακό, τον Επικούρειο Απόλλωνα.
Κώστας Παπακωνσταντίνου περιφερειακός σύμβουλος με την Οικολογική Δυτική Ελλάδα .
Βασίλης Κουμπούρας πρώην περιφερειακός σύμβουλος με την Οικολογική Δυτική Ελλάδα.
