Mπορεί η σύγκρουση στο Ιράν και ευρύτερα στη Μέση Ανατολή, να συμπληρώνει μόλις μία εβδομάδα, όμως, ένας πόλεμος σε μια τόσο κρίσιμη για το παγκόσμιο εμπόριο περιοχή, έχει ήδη αρχίσει να αφήνει το αποτύπωμά του σε πολλά μέτωπα. Από την πρώτη στιγμή, οι αναλυτές εστίασαν κατά βάση στις αγορές, στο πετρέλαιο και στο φυσικό αέριο. Ωστόσο, η κρίση στην περιοχή και ειδικότερα στα Στενά του Ορμούζ, θα μπορούσε να προκαλέσει ένα σοκ για τα λιπάσματα, βάζοντας σε κίνδυνο την επισιτιστική ασφάλεια και παρασύροντας τις τιμές των τροφίμων.
Η Μέση Ανατολή αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες παραγωγικές περιοχές λιπασμάτων στον κόσμο, ενώ τα Στενά του Ορμούζ αποτελούν κομβική ναυτιλιακή οδό για τις εξαγωγές τους. Περίπου το 35% των παγκόσμιων εξαγωγών ουρίας διέρχεται από εκεί, σύμφωνα με στοιχεία της CRU. Η ουρία είναι το πιο διαδεδομένο αζωτούχο λίπασμα και στηρίζει περίπου το ήμισυ της παγκόσμιας παραγωγής τροφίμων.
Από την ίδια διαδρομή μεταφέρεται επίσης το 45% των παγκόσμιων εξαγωγών θείου, βασικού συστατικού για την παραγωγή φωσφορικών λιπασμάτων, καθώς και σημαντικές ποσότητες αμμωνίας, που αποτελεί κρίσιμο συστατικό για τα αζωτούχα λιπάσματα.
Αντιπροσωπευτική της κατάστασης, είναι η δήλωση του Σβέιν Τόρε Χόλσεθερ, CEO της Yara στους Financial Times: «Αν τα λιπάσματα δεν φτάσουν στα χωράφια των αγροτών, οι αποδόσεις των καλλιεργειών μπορεί να μειωθούν έως και κατά 50% ήδη από την πρώτη συγκομιδή», προειδοποίησε.
Εάν η διαταραχή συνεχιστεί, οι καταναλωτές θα μπορούσαν να δουν αύξηση στις τιμές του ψωμιού μέσα σε έξι έως δέκα εβδομάδες, των αυγών μέσα σε λίγους μήνες και του χοιρινού ή του κοτόπουλου μέσα σε περίπου έξι μήνες, εκτιμά ο Ρατζ Πατέλ, ειδικός στα συστήματα τροφίμων στη Σχολή Δημόσιας Πολιτικής Lyndon B. Johnson.
Πόσο έχουν εκτοξευτεί οι τιμές των λιπασμάτων
Οι τιμές των λιπασμάτων έχουν ήδη σημειώσει απότομη άνοδο. Η τιμή της κοκκώδους ουρίας στη Μέση Ανατολή έχει αυξηθεί περίπου κατά 130 δολάρια, φθάνοντας τα 575 έως 650 δολάρια ανά τόνο από την προηγούμενη Παρασκευή, ενώ οι τιμές εξαγωγής της Αιγύπτου έχουν αυξηθεί κατά περίπου 125 δολάρια, στα 610 έως 625 δολάρια ανά τόνο την ίδια περίοδο, σύμφωνα με στοιχεία της Argus.
Σημαντική άνοδο καταγράφουν και τα ευρωπαϊκά συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης για την αμμωνία. Ένα φορτίο 1.000 τόνων με παράδοση τον Απρίλιο διαπραγματεύθηκε στα 725 δολάρια ανά τόνο — περίπου 130 δολάρια υψηλότερα σε σχέση με την τελευταία διαπραγμάτευση του συμβολαίου στα μέσα Φεβρουαρίου.
Τα «φαντάσματα» της έναρξης του πολέμου στην Ουκρανία
Αναλυτές εκτιμούν ότι η σημερινή διαταραχή θα μπορούσε να αποδειχθεί ακόμη πιο επιβαρυντική από το σοκ στις αγορές τροφίμων που προκάλεσε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, όταν το κόστος ενέργειας και λιπασμάτων εκτινάχθηκε και οι παγκόσμιες τιμές τροφίμων κατέγραψαν ιστορικά υψηλά επίπεδα.
«Η άνοδος των τιμών το 2022 ήταν εξαιρετική, αλλά η αγορά κατάφερε να προσαρμοστεί επειδή οι ρωσικές εξαγωγές συνεχίστηκαν», σημείωσε στους FT ο Κρις Λόσον, επικεφαλής του τομέα λιπασμάτων στην CRU. Όπως πρόσθεσε, η «μεγάλη διαφορά» σήμερα είναι ότι το ενδεχόμενο αποκλεισμού των Στενών του Ορμούζ αποτελεί ένα πραγματικό φυσικό εμπόδιο για το παγκόσμιο εμπόριο.
Η επίδραση στις αγορές τροφίμων το 2022 ήταν πιο άμεση, επειδή η Ουκρανία αποτελούσε έναν από τους μεγαλύτερους εξαγωγείς σιταριού στον κόσμο, σημείωσε ο Ρατζ Πατέλ. Ωστόσο, όπως τόνισε, «αυτή τη φορά οι συνέπειες θα είναι πολύ πιο εκτεταμένες».
Προβλήματα στην παραγωγή
Η αναστάτωση έχει ήδη αρχίσει να επηρεάζει την παραγωγή. Η QatarEnergy, η οποία πέρυσι εξήγαγε 5,4 εκατομμύρια τόνους ουρίας — σχεδόν το 10% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου του προϊόντος — ανακοίνωσε τη Δευτέρα ότι διέκοψε την παραγωγή θείου, αμμωνίας και ουρίας στο συγκρότημα Ras Laffan, μετά από επίθεση με drone που σημειώθηκε στην εγκατάσταση την προηγούμενη ημέρα.
Παράλληλα, το Ιράν έχει θέσει εκτός λειτουργίας ολόκληρη την παραγωγή αμμωνίας του λόγω της σύγκρουσης, ενώ παραγωγοί σε άλλες χώρες της περιοχής εξετάζουν το ενδεχόμενο να μειώσουν την παραγωγή τους, καθώς τα πλοία αδυνατούν να περάσουν από τα Στενά του Ορμούζ, αναφέρει η Argus.
Oι αυξημένες τιμές ενέργειας επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Το φυσικό αέριο αποτελεί την βασική πρώτη ύλη για την παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων, όπως η αμμωνία και η ουρία, γεγονός που σημαίνει ότι η άνοδος στις τιμές του αερίου μπορεί να εκτινάξει γρήγορα το κόστος παραγωγής.
Για παράδειγμα, η τιμή του φυσικού αερίου που χρησιμοποιεί η Yara για την παραγωγή λιπασμάτων στην Ευρώπη διπλασιάστηκε μέσα σε λίγες ημέρες, από 10,6 δολάρια ανά mmbtu την προηγούμενη Παρασκευή σε πάνω από 20 δολάρια έως τη Δευτέρα.
Η «τέλεια καταιγίδα» για τους αγρότες
Το χειρότερο είναι, πως η συνθήκη αυτή, έρχεται σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο για τους αγρότες. Σε αρκετές περιοχές της Ευρώπης, οι καλλιεργητές εισέρχονται στην εαρινή περίοδο εφαρμογής λιπασμάτων, κατά την οποία προμηθεύονται και διασπείρουν τα θρεπτικά στοιχεία που θα καθορίσουν τις αποδόσεις των καλλιεργειών αργότερα μέσα στη χρονιά.
To επιστημονικό περιοδικό The Conversation, παραθέτει μια ακόμη κρίσιμη πτυχή επί του θέματος. Στο βόρειο ημισφαίριο, οι αγορές λιπασμάτων επιταχύνονται πριν από τις περιόδους σποράς. Μια καθυστέρηση εβδομάδων μπορεί να είναι ανασταλτική. Μια καθυστέρηση μηνών μπορεί να κάνει τεράστια διαφορά. Αν οι αποστολές δεν φτάσουν εγκαίρως, οι αγρότες θα βρεθούν αντιμέτωποι με πολύ δύσκολες συνθήκες, όπως το να πληρώσουν πολύ υψηλότερα τιμολόγια, να μειώσουν τις ποσότητες εφαρμογής ή να αλλάξουν τα μείγματα καλλιεργειών.
Όλα αυτά την ίδια ώρα που ειδικά στην Ευρώπη, οι αγρότες έρχονται αντιμέτωποι με την κλιματική κρίση, το κόστος παραγωγής, τον ανταγωνισμό που νιώθουν από τη συμφωνία ΕΕ-Mercosur και άλλα κατά τόπους προβλήματα, που το προηγούμενο διάστημα τους έβγαλαν στους δρόμους σε δεκάδες χώρες,.
Επειδή οι καλλιέργειες αντιδρούν με συγκεκριμένο τρόπο, ακόμη και μέτριες μειώσεις στη χρήση αζώτου μπορεί να προκαλέσουν δυσανάλογα μεγάλες μειώσεις στην παραγωγή. Αυτό μπορεί να μεταφραστεί σε εκατομμύρια τόνους χαμένων καλλιεργειών.
Οι συνέπειες θα αντανακλαστούν στις παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες, στις αγορές ζωοτροφών, στην παραγωγή κρέατος, στα βιοκαύσιμα και τελικά στις τιμές των τροφίμων.
Υπάρχουν αποθέματα;
Ορισμένες χώρες διαθέτουν αποθέματα λιπασμάτων, αλλά η υπόθεση δεν είναι τόσο απλή.
Η Ινδία, για παράδειγμα, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές LNG από τον Περσικό Κόλπο για τη λειτουργία των εγχώριων εργοστασίων ουρίας της.
Η Βραζιλία εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από εισαγόμενα αζωτούχα και φωσφορικά λιπάσματα για να υποστηρίξει την παραγωγή σόγιας και καλαμποκιού.
Ακόμα και οι Ηνωμένες Πολιτείες, ένας από τους μεγαλύτερους παραγωγούς λιπασμάτων στον κόσμο, εισάγουν σημαντικούς όγκους αμμωνίας και ουρίας, για να καλύψουν τις περιφερειακές ανάγκες και να μειώσουν τις τιμές.
Στη Σαχάρα, η χρήση λιπασμάτων είναι ήδη χαμηλή. Μια περαιτέρω αύξηση των τιμών πιθανότατα θα μειώσει τη χρήση τους ακόμη περισσότερο, μειώνοντας τις αποδόσεις και αυξάνοντας την επισιτιστική ανασφάλεια.
Όπως σημειώνει η ανάλυση του The Conversation, η αλλαγή του τόπου παραγωγής λιπασμάτων ως λύση, δεν μπορεί να γίνει εν μία νυκτί. Η χρηματοδότηση και η κατασκευή νέων εργοστασίων αμμωνίας απαιτούν χρόνια.
Μια διψήφια μείωση στις εξαγωγές από μια κεντρική περιοχή δεν μπορεί να αντισταθμιστεί γρήγορα.
Στο ενδιάμεσο, οι τιμές θα αυξηθούν, οι ροές εμπορίου θα ανακατευθυνθούν και οι αποφάσεις για τη σπορά θα ληφθούν υπό αβεβαιότητα.
Η πληθωριστική πίεση στις τιμές των τροφίμων, που συνδέεται ιστορικά με κοινωνικές αναταραχές, μπορεί να ενταθεί.
Τα σοκ στην αγορά των λιπασμάτων δεν καταγράφονται με την ίδια άμεση επίδραση όπως τα σοκ στην αγορά πετρελαίου. Οι τιμές των καυσίμων αλλάζουν από τη μια μέρα στην άλλη. Οι αποδόσεις των καλλιεργειών αποκαλύπτονται μήνες αργότερα. Ωστόσο, οι τελευταίες μπορεί να αποδειχθούν πιο αποσταθεροποιητικές.
Το πετρέλαιο τροφοδοτεί τα αυτοκίνητα. Το άζωτο τροφοδοτεί τις καλλιέργειες. Αν το Στενό του Ορμούζ κλείσει, η πιο σημαντική τιμή ενδεχομένως δεν θα είναι το Brent, αλλά το κόστος για να τραφεί ο κόσμος.
