Σε κατάσταση αυξημένου συναγερμού βρίσκονται οι Ηνωμένες Πολιτείες μετά την έναρξη της στρατιωτικής επιχείρησης κατά του Ιράν. Τις ώρες μετά την έναρξη της αμερικανικής στρατιωτικής επιχείρησης κατά του Ιράν, αμερικανικές υπηρεσίες και οργανισμοί εθνικής ασφάλειας- μεταξύ αυτών το FBI και το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας– ενημέρωσαν τους πολίτες ότι ενισχύουν τα μέτρα ασφαλείας σε όλη τη χώρα.
Ωστόσο, μετά από έναν χρόνο περικοπών, παραιτήσεων, απολύσεων και αναδιάταξης των προτεραιοτήτων της κυβέρνησης Τραμπ, ορισμένοι ειδικοί σε θέματα εθνικής ασφάλειας εκφράζουν ανησυχία για την ικανότητα των υπηρεσιών αυτών να ανταποκριθούν σε επικείμενους κινδύνους.
«Η κυβέρνηση έχει μειώσει τις δυνατότητες της χώρας σε αυτόν τον τομέα, επομένως οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορεί να είναι πιο ευάλωτες απ’ ό,τι ήταν πριν από έναν χρόνο», δήλωσε ο Ντάνιελ Μπάιμαν, διευθυντής του προγράμματος «Πόλεμος Παράτυπων Απειλών και Τρομοκρατίας» στο Κέντρο Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών με έδρα την Ουάσιγκτον.
«Βασικοί θεσμοί, όπως η CIA και το FBI, έχουν προχωρήσει σε μαζικές απολύσεις. Παράλληλα, έχουν αλλάξει οι προτεραιότητες των πόρων. Για παράδειγμα, πράκτορες του FBI μετακινήθηκαν από την αντιτρομοκρατία στην αστυνόμευση της μετανάστευσης» εξηγεί ο Μπάιμαν.
Η ανακατανομή πόρων και προτεραιοτήτων ενέχει κινδύνους, σημειώνει ο Τζαβέντ Άλι, ο οποίος στο παρελθόν εργάστηκε στο υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας και στο FBI και σήμερα είναι λέκτορας σε θέματα αντιτρομοκρατίας και εθνικής ασφάλειας στη Σχολή Δημόσιας Πολιτικής Gerald R. Ford.
«Όταν μετατοπίζεις την προτεραιότητα από ένα ζήτημα σε κάποιο άλλο, πρέπει να γνωρίζεις ότι το επίπεδο απειλής μπορεί να αυξηθεί και ότι δεν θα μπορείς να εντοπίζεις ή να παρακολουθείς τόσους πιθανούς κινδύνους όσο στο παρελθόν», επισημαίνει ο Άλι.
Παρά τις περικοπές και τις αποχωρήσεις από βασικές υπηρεσίες, τα αντιτρομοκρατικά προγράμματα εξακολουθούν να υφίστανται, αν και είναι δύσκολο να εκτιμηθεί πόσο έχουν επηρεαστεί, πρόσθεσε.
Το Καναδικό CBC News ζήτησε πληροφορίες από το FBI σχετικά με τον αριθμό των υπαλλήλων που μετατέθηκαν σε υπηρεσίες που σχετίζονται με την εσωτερική μετανάστευση πριν από την αμερικανική επίθεση στο Ιράν. Η υπηρεσία δεν απάντησε στο συγκεκριμένο ερώτημα, αλλά εξέδωσε σχετική ανακοίνωση:
«Το προσωπικό του FBI παραμένει πλήρως ενεργό σε όλη τη χώρα και έτοιμο να κινητοποιήσει κάθε απαραίτητο μέσο ασφαλείας για να υποστηρίξει τους ομοσπονδιακούς εταίρους».
Το Υπουργείο Εσωτερικής Ασφάλειας εν μέσω κρίσης χρηματοδότησης
Η επίθεση στο Ιράν πραγματοποιείται την ώρα που η χρηματοδότηση του Υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας (DHS) έχει διακοπεί, ύστερα από πρωτοβουλία κυρίως Δημοκρατικών που ζητούν αλλαγές στις πρακτικές της Υπηρεσίας Μετανάστευσης και Τελωνειακής Επιβολής (ICE).
Το DHS δημιουργήθηκε το 2002, επί κυβέρνησης Μπους, μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, με στόχο την προστασία των Αμερικανών από τρομοκρατικές επιθέσεις στο εσωτερικό της χώρας. Στην ιστοσελίδα του DHS – συμπεριλαμβανομένης της σελίδας του Εθνικού Συστήματος Συμβουλών για την Τρομοκρατία- εμφανίζεται μήνυμα που αναφέρει ότι «λόγω της διακοπής της ομοσπονδιακής χρηματοδότησης, η ιστοσελίδα δεν θα ενημερώνεται τακτικά».
Το DHS δεν απάντησε σε ερωτήσεις του CBC News σχετικά με το πώς η διακοπή χρηματοδότησης επηρεάζει τις επιχειρήσεις του, όμως η υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας Κρίστι Νοέμ εμφανίστηκε την Τρίτη 3 Μαρτίου ενώπιον επιτροπής της Γερουσίας. Κατά τη διάρκεια της ακρόασης, η Νοέμ δήλωσε ότι έχει δοθεί υποχρεωτική άδεια σε εκατοντάδες εργαζόμενους στον τομέα της κυβερνοασφάλειας εξαιτίας της διακοπής χρηματοδότησης. Όταν ρωτήθηκε για πιθανή απειλή από το Ιράν, απάντησε:
«Συνεργαζόμαστε καθημερινά με τις υπηρεσίες πληροφοριών και τους εταίρους επιβολής του νόμου για να διασφαλίσουμε ότι διερευνούμε και εντοπίζουμε κάθε απειλή για την πατρίδα μας εντός των συνόρων».
Τον τελευταίο χρόνο, μέλη του Κογκρέσου και πρώην αξιωματούχοι εθνικής ασφάλειας έχουν προειδοποιήσει για περικοπές θέσεων εργασίας και χρηματοδότησης καθώς και για αλλαγές προτεραιοτήτων σε ορισμένες υπηρεσίες. Μόλις την περασμένη εβδομάδα, έξι πολιτείες κατέθεσαν αγωγή κατά του DHS και της Ομοσπονδιακής Υπηρεσίας Διαχείρισης Καταστάσεων Έκτακτης Ανάγκης (FEMA), προκειμένου να αποκατασταθεί η χρηματοδότηση ενός προγράμματος αντιτρομοκρατίας.
Τον Νοέμβριο, ο γερουσιαστής Μαρκ Γουόρνερ δήλωσε στη Γερουσία ότι το 25% με 45% των πρακτόρων του FBI που εργάζονταν σε υποθέσεις αντιτρομοκρατίας, κυβερνοασφάλειας, κατασκοπείας και σεξουαλικής εκμετάλλευσης παιδιών μετακινήθηκαν στις επιχειρήσεις καταστολής της μετανάστευσης- κάτι που, όπως υποστήριξε, δυσχεραίνει την ικανότητα της υπηρεσίας να αποτρέπει επιθέσεις.
Ο Σκοτ Γουάιτ, διευθυντής του προγράμματος κυβερνοασφάλειας στο Κολέγιο Επαγγελματικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Τζορτζ Ουάσινγκτον, δήλωσε ότι δεν ανησυχεί ιδιαίτερα.
«Μετά την 11η Σεπτεμβρίου, πολλές μεγάλες δημοτικές αστυνομικές υπηρεσίες έχουν βελτιωθεί και έχουν δημιουργήσει δικές τους μονάδες αντιτρομοκρατίας. Και συνεργάζονται με διάφορες υπηρεσίες πληροφοριών» είπε.
Ωστόσο, η κυβερνοασφάλεια εξακολουθεί να αποτελεί πηγή ανησυχίας, ιδιαίτερα λόγω της ανεπτυγμένης ικανότητας του Ιράν να διεξάγει κυβερνοεπιθέσεις.
«Πιστεύω πως θα δούμε κάποιες κυβερνοεπιθέσεις μέσα στις επόμενες ώρες ή ημέρες. Το πόσο σημαντικές θα είναι ή τι πλεονέκτημα θα δώσουν στους Ιρανούς δεν το γνωρίζουμε ακόμη», είπε.
Τον τελευταίο χρόνο, η Υπηρεσία Κυβερνοασφάλειας και Ασφάλειας Υποδομών των ΗΠΑ (CISA) έχασε περίπου το ένα τρίτο του προσωπικού της, ωστόσο ο Γουάιτ σημείωσε ότι εξακολουθούν να υπάρχουν ισχυρές άμυνες.
«Εξακολουθούμε φυσικά να έχουμε την Υπηρεσία Εθνικής Ασφάλειας η οποία συλλέγει πληροφορίες από το διαδίκτυο. Είναι μέρος της συμμαχίας των Five Eyes», είπε.
Πρόσθεσε επίσης ότι ιδιωτικές εταιρείες, όπως η CrowdStrike, συχνά αναλαμβάνουν μέρος του έργου συλλογής πληροφοριών παρακολουθώντας κυβερνοαπειλές.
Ο Μπάιμαν σημείωσε ότι μια ακόμη ανησυχία είναι η πολιτικοποίηση ορισμένων υπηρεσιών που είναι επιφορτισμένες με την προστασία της χώρας.
«Έχουμε ηγέτες που απαιτούν πολιτική αφοσίωση στην κυβέρνηση, σε αντίθεση με την πιο παραδοσιακή προσέγγιση, η οποία είναι απλώς ότι αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να είναι αμερόληπτοι. Υπάρχει η ανησυχία ότι η ανάλυση μπορεί να είναι μεροληπτική ή να μην είναι τόσο ισχυρή, επειδή προσπαθούν να ικανοποιήσουν τους πολιτικούς κύκλους» είπε ο Μπάιμαν.
Το Ιράν ίσως να μην έχει λόγο να επιδείξει αυτοσυγκράτηση
Τον Ιούνιο, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες εξαπέλυσαν αεροπορικές επιδρομές σε πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν, υπήρχαν φόβοι ότι ιρανικοί «κοιμώμενοι πυρήνες» ή άλλοι σύμμαχοί του θα μπορούσαν να πραγματοποιήσουν επίθεση σε αμερικανικό έδαφος. Ωστόσο, τέτοιες απειλές δεν υλοποιήθηκαν. Ο Μπάιμαν δήλωσε ότι, δεδομένης της φύσης της σύγκρουσης και των αμερικανικών εκκλήσεων για αλλαγή καθεστώτος στο Ιράν, αυτή τη φορά τα πράγματα μπορεί να είναι διαφορετικά.
«Μπορεί να κοιτάζουν τον εαυτό τους στον καθρέφτη και να λένε ότι τα πράγματα δεν μπορούν να γίνουν χειρότερα οπότε δεν υπάρχει λόγος για αυτοσυγκράτηση», είπε.
Ο Άλι εκτίμησε ότι μια πιθανή τρομοκρατική επίθεση που σχετίζεται με τη σύγκρουση είναι πιθανότερο να προέλθει από έναν «μοναχικό λύκο»– ένα άτομο που συμμερίζεται μια ιδεολογία αλλά δεν είναι απαραίτητα σε λίστες παρακολούθησης.
«Αυτά τα άτομα είναι πάντα πολύ δύσκολο να εντοπιστούν και να αποτραπούν εκ των προτέρων. Και αυτό είναι το είδος τρομοκρατίας που οι πρώην συνάδελφοί μου στις υπηρεσίες πληροφοριών και επιβολής του νόμου θα πρέπει να αντιμετωπίσουν» εξήγησε.
Ο Γουάιτ πρόσθεσε ότι οι αρχές δεν εξετάζουν μόνο την πιθανότητα ιρανικών πρακτόρων.
«Δεν μιλάμε απαραίτητα για Ιρανούς πράκτορες, αλλά σίγουρα θα εξετάζουμε υποστηρικτές του Ιράν ή πληρεξούσιους που δραστηριοποιούνται στις Ηνωμένες Πολιτείες», είπε.
Παρότι «σκληροί στόχοι» όπως κυβερνητικά κτίρια θα προστατεύονται με αυξημένα μέτρα ασφαλείας, οι λεγόμενοι «μαλακοί στόχοι», όπως κοινότητες, θρησκευτικά κέντρα, ξενοδοχεία και εστιατόρια αμερικανικών αλυσίδων, θεωρούνται πιο ευάλωτοι.
«Θα υπάρχουν ευάλωτοι στόχοι σε όλη την Ευρώπη και ακόμη και στον Καναδά», σημείωσε.
Πηγή: CBC
