της Μάχη Γεωργακοπούλου, Οικονομολόγου, Προέδρου του Hellenic Female Leaders UK
Στον σύγχρονο λόγο πολιτικής για την ανώτατη εκπαίδευση, οι ανθρωπιστικές σπουδές αξιολογούνται συχνά μέσα από στενά οικονομικά κριτήρια, υποβαθμιζόμενες έναντι των τεχνολογικών και θετικών επιστημών. Το παρόν άρθρο υποστηρίζει ότι μια τέτοια θεώρηση παραγνωρίζει τον θεμελιώδη ρόλο της ανθρωπιστικής παιδείας. Μέσα από το πρίσμα της σκέψης του Σωκράτη, του Πλάτωνα, του Αριστοτέλη και του Θουκυδίδη, και σε διάλογο με σύγχρονες θεωρίες πολιτικής και γνώσης, αναδεικνύεται η θέση ότι οι ανθρωπιστικές σπουδές λειτουργούν ως γνωστική και ηθική υποδομή της δημοκρατικής και πολιτισμικής ανθεκτικότητας.
Σε μια περίοδο όπου τα πανεπιστήμια διεθνώς πιέζονται να αναδιατάξουν προγράμματα σπουδών με όρους άμεσης οικονομικής απόδοσης, οι ανθρωπιστικές επιστήμες συχνά αντιμετωπίζονται ως δευτερεύουσες. Το επιχείρημα είναι γνωστό: η εποχή της τεχνητής νοημοσύνης απαιτεί κώδικα, όχι κλασικά κείμενα· δεξιότητες, όχι στοχασμό. Ωστόσο, αν μεταφέραμε αυτή τη συζήτηση στο διανοητικό τοπίο της αρχαιότητας, οι θεμελιωτές της δυτικής σκέψης θα θεωρούσαν την παραπάνω διάκριση όχι απλώς εσφαλμένη αλλά επικίνδυνα αφελή.
Για τους κλασικούς, η παιδεία δεν ήταν τεχνική κατάρτιση αλλά η διαμόρφωση του ανθρώπου. Τελικά, η ποιότητα του ανθρώπου καθόριζε την ποιότητα της πόλεως. Αν οι φυσικές επιστήμες μας διδάσκουν πώς λειτουργεί ο κόσμος, οι ανθρωπιστικές μας διδάσκουν πώς να ζούμε μέσα σε αυτόν. Χωρίς την ερμηνευτική και ηθική διάσταση της γνώσης, η τεχνολογία μετατρέπεται σε ισχύ χωρίς κατεύθυνση. Οι κλασικοί φιλόσοφοι θα υποστήριζαν ότι η κοινωνική εξέλιξη δεν είναι απλώς ζήτημα καινοτομίας αλλά ζήτημα ποιότητας σκέψης. Μια κοινωνία μπορεί να προηγείται τεχνικά και να υπολείπεται πολιτισμικά. Η ανθρωπιστική παιδεία γεφυρώνει αυτό το χάσμα. Ο Σωκράτης άφησε μια μεθοδολογία που ίσως αποτελεί την πιο ισχυρή παιδαγωγική παρακαταθήκη της ιστορίας, τη διαλεκτική εξέταση. Η θέση του ότι «ο ανεξέταστος βίος δεν είναι άξιος να βιωθεί» δεν αφορά την ατομική ηθική μόνο. Αποτελεί επίκαιρη πολιτική πρόταση. Μια κοινωνία πολιτών που δεν έχουν μάθει να αμφισβητούν, να αναλύουν και να αποδομούν φαινομενικές βεβαιότητες, γίνεται εύκολη λεία ρητορικής χειραγώγησης.
Σε όρους σύγχρονης γνωσιακής θεωρίας, ο Σωκράτης θεμελίωσε την μετα-γνωστική επίγνωση, δηλαδή, την ικανότητα του νου να επανεξετάζει τον ίδιο του τον τρόπο σκέψης. Αυτή η ικανότητα αποτελεί σήμερα βασικό άξονα της κριτικής παιδαγωγικής και της εκπαίδευσης για τη δημοκρατική ανθεκτικότητα.
Ο Πλάτωνας στη Πολιτεία, τοποθετεί την παιδεία στο θεμέλιο της πολιτικής οργάνωσης. Η μουσική, η ποίηση, η φιλοσοφία, οι ανθρωπιστικές τέχνες της εποχής, ήταν οι μηχανισμοί διαμόρφωσης του χαρακτήρα. Για τον Πλάτωνα, η παραμόρφωση της παιδείας οδηγεί σε παραμόρφωση της ψυχής, και η παραμόρφωση της ψυχής οδηγεί σε παραμόρφωση των θεσμών. Πρόκειται για ένα σχήμα εντυπωσιακά επίκαιρο, όπου η υποβάθμιση της ανθρωπιστικής εκπαίδευσης συνεπάγεται μείωση της ικανότητας των κοινωνιών να παράγουν ηγέτες με μέτρο, διάκριση και δικαιοσύνη. Ο Αριστοτέλης εισάγει μια έννοια κρίσιμη για τη σύγχρονη συζήτηση περί δεξιοτήτων, τη φρόνηση, την ικανότητα ορθής κρίσης σε καταστάσεις αβεβαιότητας. Οι ανθρωπιστικές σπουδές, καλλιεργώντας ιστορική επίγνωση, ηθικούς κανόνες και ερμηνευτική ικανότητα, λειτουργούν ως θεμέλιο αυτής της δεξιότητας.
Στον Πελοποννησιακό Πόλεμο, ο Θουκυδίδης περιγράφει μια κοινωνία όπου οι λέξεις χάνουν τη σημασία τους και η ρητορική υποκαθιστά την αλήθεια. Η περιγραφή του για τη «στάσιν» στην Κέρκυρα αποτελεί πρώιμη θεωρία πολιτικής αποσταθεροποίησης μέσω γλωσσικής παραμόρφωσης. Σε έναν ψηφιακό κόσμο παραπληροφόρησης, η παρατήρησή του αποκτά σήμερα σχεδόν προφητική διάσταση. Η εκπαίδευση στην ανάλυση λόγου, ιστορίας και αφηγηματικών δομών ως πυρήνας των ανθρωπιστικών σπουδών, αποτελεί τον βασικό μηχανισμό άμυνας των δημοκρατιών.
Η ανησυχία για την παρακμή της επανεμφανίζεται στη σκέψη στη σύγχρονη σκέψη όπου η Hannah Arendt θεωρεί την απουσία στοχασμού προϋπόθεση ηθικής εκτροπής. Η γραμμή που συνδέει Σωκράτη, Πλάτωνα, Αριστοτέλη και Θουκυδίδη με τη σύγχρονη πολιτική θεωρία είναι ευθεία: η κοινωνική ανθεκτικότητα δεν εξαρτάται μόνο από θεσμούς, αλλά από το γνωστικό και ηθικό επίπεδο των πολιτών.
Οι κλασικοί φιλόσοφοι θα υποστήριζαν ότι η κοινωνική εξέλιξη δεν είναι απλώς ζήτημα καινοτομίας αλλά ζήτημα ποιότητας σκέψης. Μια κοινωνία μπορεί να προηγείται τεχνικά και να υπολείπεται πολιτισμικά αλλά η ανθρωπιστική παιδεία γεφυρώνει αυτό το χάσμα.
Η αλγοριθμική κοινωνία και η ανάγκη για ανθρωπιστικές επιστήμες
Η Τεχνητή Νοημοσύνη δημιουργεί ένα παράδοξο, όσο πιο ικανή γίνεται, τόσο περισσότερο χρειάζεται έναν άνθρωπο που ξέρει να κατανοεί τα όριά της. Το Harvard Kennedy School, στην έκθεση “Algorithms and Accountability”, σημειώνει ότι το 92% των ηθικών αστοχιών στην τεχνολογία δεν οφείλονται σε λάθος αλγορίθμου αλλά σε ανθρώπινο έλλειμμα ερμηνείας. Οι επιστημονικές έρευνες δείχνουν κάτι εξαιρετικά ενθαρρυντικό:
- Το World Economic Forum (Future of Jobs Report 2023) κατατάσσει την κριτική σκέψη, την αναλυτική κρίση και την ικανότητα επίλυσης σύνθετων προβλημάτων ως τις τρεις σημαντικότερες δεξιότητες για το 2030.
- Μελέτες του MIT και του Harvard Business School τεκμηριώνουν ότι οι οργανισμοί που ενσωματώνουν επαγγελματίες με ισχυρή ανθρωπιστική παιδεία και γνωστική ευελιξία δείχνουν υψηλότερη ικανότητα καινοτομίας και καλύτερη στρατηγική λήψη αποφάσεων.
- Σύμφωνα με το Georgetown Center for Education and the Workforce, η μακροχρόνια επαγγελματική πορεία αποφοίτων σε κλάδους κριτικής σκέψης εμφανίζει συγκρίσιμη και σε ορισμένους τομείς υψηλότερη οικονομική απόδοση σε σχέση με τους αυστηρά τεχνικούς κλάδους.
Με άλλα λόγια, όσοι ξέρουν να σκέφτονται, να αναλύουν, να αμφισβητούν δημιουργικά, να συνδέουν ιδέες, τελικά είναι εκείνοι που θα καθορίσουν την επόμενη εποχή. Ζούμε σε μια περίοδο όπου η πληροφορία είναι άφθονη αλλά η διάκριση είναι σπάνια. Όπου η τεχνολογία πολλαπλασιάζεται εκθετικά αλλά η σοφία δεν είναι δεδομένη. Οι φοιτητές ανθρωπιστικών επιστημών έχουν εκπαιδευτεί ακριβώς σε αυτό το πεδίο, να βρίσκουν νόημα μέσα στην πολυπλοκότητα και την ασάφεια.
Ο καθηγητής Christopher Day το είπε εξαιρετικά σε μια πρόσφατη αποφοίτηση: “Έχετε μάθει να αντιστέκεστε στις απλουστευτικές εξηγήσεις και να υπερασπίζεστε την πολυπλοκότητα”. Σε μια εποχή παραπληροφόρησης, διχασμού και βιαστικών συμπερασμάτων, αυτή η ικανότητα αποτελεί κοινωνική ανάγκη, μια μορφή δημοκρατικής υπευθυνότητας. Σε επίπεδο οργανισμών, η ανθρωπιστική σκέψη αποτελεί την αόρατη τεχνολογία που μετατρέπει δεδομένα σε σοφία, διαδικασίες σε στρατηγική, ομάδες σε κοινότητες.
Η McKinsey στην πρόσφατη μελέτη “The New Leadership Operating Model” (2024) καταλήγει ότι οι ηγέτες του αύριο θα ξεχωρίζουν όχι μόνο για τη λήψη αποφάσεων, αλλά για την ικανότητά τους να «εμφυσούν νόημα σε περίπλοκα συστήματα». Αυτός είναι ο πυρήνας της ανθρωπιστικής παιδείας για τον 21ο αιώνα.
Επίσης, τα κορυφαία πανεπιστήμια παγκοσμίως από το MIT έως την Oxford και το NUS, αναθεωρούν ριζικά τη θέση της ανθρωπιστικής σκέψης. Το MIT διατηρεί από το 1951 υποχρεωτικό πρόγραμμα humanities για όλους τους φοιτητές STEM. Το Yale διοργανώνει πλέον συνέδρια για την τεχνολογική ηθική. Το Imperial College London ενσωματώνει courses in critical epistemology στα AI curricula. Η πανεπιστημιακή εκπαίδευση του μέλλοντος θα απαιτεί συνδυαστικά προγράμματα μεταξύ ανθρωπιστικών, AI και δημόσιας πολιτικής, νέα μοντέλα «ερμηνευτικής ηγεσίας» για διοικήσεις και νέους θεσμούς epistemic governance μέσα στα πανεπιστήμια.
Ο ΟΟΣΑ ονομάζει αυτή την ικανότητα epistemic agility, δηλαδή τη δεξιότητα να μεταπηδά κανείς ανάμεσα σε διαφορετικά γνωστικά συστήματα χωρίς απώλεια νοήματος. Τα πανεπιστήμια που ενσωματώνουν ισχυρά προγράμματα ανθρωπιστικών σπουδών καταγράφουν υψηλότερη βαθμολογία σε δείκτες καινοτομίας, σύμφωνα με την έκθεση OECD Education at a Glance (2023).
Από την εξειδίκευση στη γνωστική ευελιξία
Τα σύγχρονα πανεπιστήμια καλούνται να μεταβούν από κατακερματισμένες δομές σε οικοσυστήματα γνώσης. Για παράδειγμα, τα minors λειτουργούν ως θεσμικές «γέφυρες», ενισχύοντας συνεργασίες μεταξύ σχολών, κοινά μαθήματα και νέα ερευνητική κουλτούρα. Κορυφαία πανεπιστήμια όπως το MIT, το Stanford και το Imperial College ενσωματώνουν πλέον υποχρεωτικά στοιχεία διεπιστημονικότητας στα προγράμματα σπουδών τους.
Το υφιστάμενο μοντέλο σπουδών, βασισμένο στη μονοεπιστημονική εξειδίκευση, δεν επαρκεί. Απαιτείται δομική μετατόπιση που θα επιτρέψει την ανάπτυξη γνωστικής ευελιξίας, συνθετικής σκέψης και υπεύθυνης ηγεσίας. Αναμφισβήτητα, η θεσμοθέτηση minors και διεπιστημονικών ακαδημαϊκών διαδρομών αποτελεί τον πυρήνα αυτής της μετάβασης.
Η διεπιστημονικότητα καλλιεργεί πολίτες με ευρύτερη αντίληψη της κοινωνικής πραγματικότητας. Οι ανθρωπιστικές, κοινωνικές και τεχνολογικές γνώσεις συνδυάζονται για να διαμορφώσουν ανθρώπους που μπορούν να συμμετέχουν υπεύθυνα στον δημόσιο διάλογο. Έτσι, σε μια εποχή πόλωσης, αυτή η παιδεία αποτελεί παράγοντα κοινωνικής συνοχής, διότι η διεπιστημονικότητα ενσωματώνει κοινωνική, ιστορική και ηθική διάσταση στη γνώση. Ένας ειδικός στην τεχνητή νοημοσύνη με minor στη φιλοσοφία αποκτά ικανότητα κρίσης. Ένας οικονομολόγος με minor στην περιβαλλοντική επιστήμη κατανοεί συστημικές συνέπειες κι αυτό μεταφράζεται σε υπεύθυνη ηγεσία.
Συνοψίζοντας: η ανώτατη εκπαίδευση εισέρχεται σε περίοδο δομικού μετασχηματισμού. Τα επαγγέλματα μεταλλάσσονται ταχύτερα από τα προγράμματα σπουδών, η τεχνολογία διαπερνά όλους τους τομείς γνώσης και τα σύνθετα κοινωνικά προβλήματα δεν υπακούν σε μονοεπιστημονικές λύσεις. Σε αυτό το περιβάλλον, τα minors και η διεπιστημονική εκπαίδευση δεν αποτελούν απλώς παιδαγωγική καινοτομία, αλλά συνιστούν στρατηγική απάντηση. Στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης και της αυτοματοποίησης απαιτείται διαφορετικό γνωστικό προφίλ: ικανότητα σύνδεσης πεδίων, ερμηνευτική σκέψη και μεταφορά γνώσης μεταξύ πλαισίων.
Οι ανθρωπιστικές σπουδές δεν αποτελούν πλέον απλώς δρόμο προς τη διδασκαλία, αλλά στρατηγικό εφόδιο για καριέρες στην αιχμή της τεχνολογίας, της πολιτικής, της στρατηγικής και της καινοτομίας. Η άμεση ενίσχυσή τους απαιτεί σύνδεση με την ΤΝ, τα δεδομένα και τη διεπιστημονική εκπαίδευση, ώστε οι απόφοιτοι να διαθέτουν ψηφιακή κατανόηση, ηθική κρίση και ικανότητα ανάλυσης σύνθετων συστημάτων. Εταιρείες τεχνολογίας, συμβουλευτικοί οργανισμοί, διεθνείς θεσμοί, πλατφόρμες μέσων, δημιουργικές βιομηχανίες και πολυεθνικές αναζητούν πλέον ακριβώς αυτές τις δεξιότητες για ρόλους όπως AI ethics, policy, strategy, governance και human-centered design. Στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης, η μεγαλύτερη ζήτηση δεν είναι για περισσότερους χειριστές εργαλείων, αλλά για ανθρώπους που μπορούν να κατανοούν τον άνθρωπο, να θέτουν όρια στην τεχνολογία και να μετατρέπουν τη γνώση σε υπεύθυνη ηγεσία με θετικό αποτύπωμα.
