Η Τάνια Τσανακλίδου ήταν σήμερα καλεσμένη στο Buongiorno.
Η ερμηνεύτρια μίλησε για την στάση ζωής της.
«Δεν τη συμπαθώ την τηλεόραση να σας πω την αλήθεια και όσο γίνεται την αποφεύγω. Δηλαδή τα τραγούδια μου και γενικά η δουλειά μου όλη, δεν είναι αποκομμένη από τη ζωή μου. Αυτό που κάθε φορά είμαι, αυτό τραγουδάω. Αν δεν έχω μεγάλη ανάγκη να το κάνω, δεν το κάνω. Οπότε είναι λογικό να βρίσκει ανθρώπους που ταυτίζονται μ’ αυτό. Γιατί νιώθουν κάπως και εκείνοι τα ίδια πράγματα. Τα τελευταία χρόνια θεωρώ ότι κάπως ωρίμασα. Όταν ωριμάζεις έχεις περισσότερη γαλήνη. Και η γαλήνη μαλακώνει τις γωνίες. Δηλαδή δεν έχεις πολλές οξείες γωνίες. Γενικά στη ζωή σου, οι αποφάσεις σου, όλα, είναι πιο στρογγυλεμένα, την προσωπικότητά σου, τον χαρακτήρα σου, ο οποίος θα αντιδράσει πάλι στη λύπη, στη χαρά. Ζούμε μια εποχή που όλοι μας λίγο-πολύ έχουμε γίνει κυνικοί. Ήταν και η επιδημία που μας έκλεισε στο σπίτι, μας τρόμαξε πολύ και μετά όταν βγήκαμε πάλι έξω είχαμε ένα φόβο για τους άλλους ανθρώπους και έναν άκρατο κυνισμό ο οποίος, συνεχώς στις μέρες μας, είναι όλο και πιο έντονος. Εκεί δίνω μεγάλο αγώνα για να μην είμαι κυνική. «Τόσο» θέλει ο άνθρωπος να περάσει στην άλλη όχθη και να πει «να χαθούν όλα, να καταστραφούν όλα»», είπε αρχικά η Τάνια Τσανακλίδου.
«Οι προτεραιότητες αλλάζουν με τον καιρό. «Ξεχάστε τον», τον έρωτα. Εγώ δεν είμαι ερωτευμένη με τίποτα. Γιατί είναι απολύτως φυσιολογικό, στην ηλικία μου δηλαδή, ούτε οι ορμόνες μου επιτρέπουν κάτι τέτοιο, αλλά ούτε οι αντοχές μου. Και αυτό το θεωρώ πιο σημαντικό. Όταν μπαίνεις σε έναν έρωτα και μπαίνεις με… με φόρα στον έρωτα, γιατί εγώ έτσι έμπαινα πάντα, έχεις μεγάλη «ταλαιπώρια». Ζορίζεσαι. Δεν είναι εύκολα τα πράγματα. Οπότε δεν έχει το σώμα μου πια αυτήν την αντοχή να ταλαιπωρηθεί, να ξενυχτήσει, να βγει έξω, να αλητέψει, να… δεν μπορώ να τα κάνω. Ούτε να ζηλεύω συνέχεια και να υποφέρω «πού είναι τώρα και τι κάνει τώρα». Να ησυχάσουμε», σημείωσε αναφορικά με τις προτεραιότητές της.
Για τον έρωτα και την καθημερινότητά της: «Νομίζω ότι μέσω του έρωτα ανιχνεύουμε τα όριά μας. Γιατί συνήθως μες στον έρωτα τα ξεπερνάμε. Μέσα στον έρωτα είσαι στιγμές ακραίας κρίσης, όπως όταν τρέχεις να σώσεις έναν άνθρωπο ή όταν κάποιος κινδυνεύει, εκεί ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ποια είναι τα όριά του και αν έχει όρια. Δεν χρειάστηκε να πω ότι «δεν θα την πατήσω τώρα». Συνέβη από μόνο του».
Και συνέχισε η Τάνια Τσανακλίδου: «Μ’ αρέσει αυτή η καθημερινότητα η οποία έχει μέσα πολλή ησυχία. Δεν μ’ αρέσει καθόλου να βγαίνω τα βράδια έξω. Έβγαινα ανελλιπώς. Κι άμα δεν έβγαινε ο ήλιος, δεν επέστρεφα ποτέ. Τώρα είναι άλλες οι ανάγκες. Εκείνο που έχω μετανιώσει είναι ότι νομίζω ότι πλήγωσα κάποιους ανθρώπους και κάποιους ανθρώπους που δεν θα έπρεπε. Και δε θα ‘θελα. Αν κάποιος με ακούει και τον έχω πληγώσει, ζητώ συγγνώμη. Γενικά, έκανα πολλές ανοησίες όταν ήμουν μικρή. Όταν ήμασταν με το Βασίλη Παπακωνσταντίνου και δουλεύαμε μαζί και το Σάκη Μπουλά, ζούσαμε λίγο σαν ροκ μπάντα. Κάναμε όλες αυτές τις τρέλες που κάνει μια ροκ μπάντα. Αυτό περιελάμβανε και πράγματα που μπορεί να στεναχωρούσαν κάποιους ανθρώπους. Δεν θέλω να επεκταθώ παραπάνω. Κάναμε δηλαδή πολλές χοντράδες. Είχα μία επιπολαιότητα αλλά αυτό είναι η νιότη. Οφείλουμε να είμαστε αυστηροί με τον εαυτό μας γιατί αλλιώς θα ήμασταν ασύδοτοι. Νομίζω το βράδυ που πάμε να κοιμηθούμε θα πρέπει να σκεφτόμαστε λίγο τη μέρα μας. Πάντα ήθελα να είμαι καλός άνθρωπος. Και όταν άρχισα να ασχολούμαι με τον εαυτό μου, αυτό που πραγματικά ήθελα ήταν, όταν θα έχω φτάσει ας πούμε στο τέλος της ζωής μου, να υπήρχε μια διάθεση να γίνω καλύτερη. Όχι χειρότερη. Άρα μπήκε στη ζωή μου ένας έλεγχος. Το καλό γεμίζει την ψυχή μας γαλήνη καταρχάς. Και επιστρέφει, το πιστεύω. Πιστεύω δηλαδή και στο κάρμα πιστεύω, και στην ανταπόδοση πιστεύω, και στη δράση και στην αντίδραση πιστεύω. Προκαλούμε κάποια πράγματα».
Τι δεν αντέχει στην κοινωνία;
«Δεν αντέχω την βαρβαρότητα. Δεν είναι μόνο στην ελληνική κοινωνία, αυτό βλέπετε παγκοσμίως ότι παρακολουθούμε δυστυχώς με απάθεια μια φοβερή βαρβαρότητα και δεν αντιδρούμε. Βλέπω τον κόσμο στο δρόμο. Είναι μέσα στα νεύρα. Όλοι. Σε σπρώχνουν, ένα συγγνώμη δεν θα πουν. Το κινητό ευθύνεται για πάρα πολλά κακά που συμβαίνουν στην κοινωνία μας και που θα συμβούνε στους νέους. Ο άνθρωπος οφείλει να είναι συνδεδεμένος με το σύμπαν, μ’ αυτό που συμβαίνει γύρω του. Γιατί αν δεν είμαστε συνδεδεμένοι, πρώτον δυστυχούμε. Νιώθουμε μια αφόρητη μοναξιά που δεν αντέχεται. Δεύτερον, το κινητό ευθύνεται για παραπληροφόρηση, για προπαγάνδα, την βία», υπογράμμισε χαρακτηριστικά.
Για τον θάνατο εν γένει:
«Θεωρώ ότι πάντα κουβαλάμε τους ανθρώπους που αγαπάμε στην καρδιά μας και πάντα κατά κάποιον τρόπο είμαστε σε μια συνεχή σύνδεση μαζί τους. Και βιολογικά όσον αφορά τους γονείς μας. Δηλαδή είμαι η μάνα μου. Καμιά φορά βλέπω το χέρι μου να ακουμπάει πάνω στο τραπέζι και λέω «α, το χέρι της μαμάς… η μαμά μου». Μα είμαι ίδια η μαμά μου, ολόιδια. Άρα υπάρχει μία συνέχεια. Δεν είναι κάτι που μπορείς να το μοιραστείς με κάποιον άλλον. Αυτά τα συναισθήματα. Αλλά είναι ωραίο. Ακόμα και με τα σκυλάκια μου τώρα που μου πεθάνανε τα δύο, ώρες ώρες νιώθω ότι ή θα ξαναβρεθούμε κάποια στιγμή ή είναι κάπου εκεί γύρω κι αυτά. Αφού απ’ τη στιγμή που τ’ αγαπάω και τα σκέφτομαι. Όσο αγαπάμε και σκεφτόμαστε, όσο θυμόμαστε, οι άνθρωποι είναι ζωντανοί. Και τα πλάσματα που αγαπήσαμε είναι ζωντανά. Όταν τους ξεχνούμε τότε πεθαίνουν».
«Η παράσταση «Ο Αγαπητικός της Βοσκοπούλας» είναι σαν μέλι που στάζει μέσα μας»
Η Τάνια Τσανακλίδου πρωταγωνιστεί στο μιούζικαλ «Ο Αγαπητικός της Βοσκοπούλας» στο θέατρο Ακροπόλ.
«Ο Αγαπητικός της Βοσκοπούλας» είναι ένα έργο που γράφτηκε στα τέλη του 19ου αιώνα από τον Κορομηλά, έναν διανοούμενο που αγαπούσε πάρα πολύ τη φύση. Είναι από τα πιο συγκινητικά έργα που έχουν γραφτεί, από τα πιο συγκινητικά ελληνικά έργα, γιατί μιλάει για έναν έρωτα ο οποίος ξεκίνησε όταν ήταν πολύ νέοι οι άνθρωποι που ερωτεύτηκαν, χωρίστηκαν και για χρόνια έκαναν διαφορετικές ζωές και βρεθήκανε μετά από πάρα πολλά χρόνια και έχει μία πολύ ωραία στιγμή αναγνώρισης των δυο τους και ξανασμίγουν. Η αναγνώριση γίνεται με το τραγούδι. Από τον «Αγαπητικό της Βοσκοπούλας», είναι αυτό το υπέροχο τραγούδι το «Μια βοσκοπούλα αγάπησα» και είναι μια πάρα πολύ ωραία στιγμή αυτή στην παράσταση. Τραγουδάει ο Λάζαρος και εμείς όλοι μετά, και ο καθένας από εμάς βυθίζεται μέσα στο δικό του έρωτα. Μέσα στο δικό του «που δεν είχε ποτέ» και που όμως υπάρχει πάντα η ελπίδα να το αποκτήσει. Εγώ λοιπόν κάνω την Γιάννενα, η οποία είναι η μαμά του μικρού Τσομπανόπουλου, γιατί είναι δύο τα ζευγάρια, είναι το μεγάλο ζευγάρι, ο Λάζαρος και η Λένα, και είναι και το μικρό που είναι η Ασημένια και ο Μάρκος. Είμαι η μαμά του Λιάκου, που τον κάνει ο Μάρκος. Είναι μια γυναίκα ένστικτο 100%, έντονος χαρακτήρας, πολύ έντονη και στη χαρά, πολύ έντονη στο θυμό, πολύ έντονη στην απόγνωση. Ρίχνω τρομερές κατάρες. Ήθελα το γάμο του γιου μου με την Ασημένια, με την Κρουστάλλω. Γιατί ο γιος μου είναι τρελός από έρωτα για την Κρουστάλλω. Αλλά η μάνα της Κρουστάλλως, που είναι η Λένα, δεν θέλει το Λιάκο γιατί είναι φτωχός. Ρίχνω φοβερές κατάρες και μετά τρομερές ευχές. Η παράσταση είναι σαν μέλι που στάζει μέσα μας», ανέφερε για την παράσταση.
Και συμπλήρωσε η Τάνια Τσανακλίδου: «Σε αυτή την εποχή που όλα γύρω μας είναι τόσο σκληρά, που έχουμε απομακρυνθεί από τα συναισθήματά μας, που δεν επιτρέπουμε να εμφανιστούν, ακόμα και ο τρόπος με τον οποίο οι άνθρωποι σχετίζονται ερωτικά, είναι ένα πράγμα χάλια με τις εφαρμογές. Ούτε καν αυτό το ωραίο φλερτ που είχαμε εμείς, που έπαιρνε λίγο χρόνο, που ανίχνευες τον άλλον. Τώρα γίνονται πράγματα λοιπόν χωρίς να τα νιώθουμε. Ο «Αγαπητικός της Βοσκοπούλας» μας κάνει να θυμηθούμε αυτή την αθωότητα και τη χαρά του να ανήκεις σε μια κοινότητα, με την οποία μοιράζεσαι λύπες, χαρές, ξέρεις τι γίνεται στο σπίτι του διπλανού. Εδώ τώρα μένουμε σε μια πολυκατοικία και δεν ξέρουμε, ποιος μένει πού και πώς είναι το όνομά του. Εμένα αυτό μου λείπει, γιατί εγώ πρόλαβα τη γειτονιά που βγαίναμε όλοι έξω μετά και τρώγαμε σπόρια και έπαιζαν τα παιδάκια και οι μανάδες καθόντουσαν στα σκαλάκια και κουτσομπόλευαν και ένιωθες ασφάλεια μέσα σε μια τέτοια κοινότητα. Τώρα είμαστε όλοι τρομοκρατημένοι με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Είναι αυτό το δόγμα του φόβου που έχει μπει στη ζωή μας και μας έχει κάνει άνω κάτω. Είναι μια θεραπεία, αυτή η παράσταση και για τη δική μου ψυχή. Έχω πολύ μεγάλη ανάγκη να αισθανθώ ότι η ανθρωπότητα είναι γεμάτη ομορφιά. Το έχω ανάγκη. Γιατί μας δείχνει το άσχημό της πρόσωπο εδώ και πολύ καιρό. Μια βίαιη κατάσταση, με θυμωμένους ανθρώπους, με ανθρώπους που δεν μπορούνε να ελπίσουνε πουθενά, που δεν μπορούν να έχουν όνειρα γιατί φτωχοποιούνται καθημερινά. Αυτό μου γλυκαίνει την ψυχή και νομίζω ότι όποιος θα φύγει μετά την παράσταση, θα φύγει με μια αρκετά μεγάλη δόση καλοσύνης μέσα του. Καλοσύνης πρώτα για τον ίδιο του τον εαυτό και μετά και για τους διπλανούς του. Το κείμενο το έχει διασκευάσει ο Γιάννης Καλαβριανός και το έχει κάνει δεκαπεντασύλλαβο που είναι όνειρο. Και ο Θοδωρής Οικονόμου έγραψε μια εξαιρετική μουσική, τραγουδάμε πολύ ωραία και συγκινητικά τραγούδια. Και τραγουδουν όλα τα παιδιά. Να πω ότι ο θίασος είναι εξαίρετος. Όλοι μα όλοι, δηλαδή από το μικρότερο ρόλο ως το μεγαλύτερο, είναι πάρα πολύ καλοί ηθοποιοί και πολύ ωραίοι άνθρωποι».
«Η δουλειά μας είναι θεραπευτική»
Για τον τρόπο με τον οποίο «γαληνεύει» η ψυχή της:
«Η τέχνη έχει δύο βασικούς ρόλους. Ο ένας είναι παρηγορητικός. Να μας παρηγορήσει και ει δυνατόν να μας θεραπεύσει. Ο άλλος ρόλος της είναι η επαγρύπνηση. Να μας ετοιμάσει και να μας ξεσηκώσει από το βούλιαγμα μιας καθημερινότητας. Δηλαδή να μας μετακινήσει κάπως. Εκτός από το να μας παρηγορήσει, να μας μετακινήσει κιόλας. Εδώ έχουμε λοιπόν τη γλύκα αυτή της παράστασης, που ελπίζω αυτό που νιώθω εγώ, να καταφέρουμε να το περάσουμε στον κόσμο. Γιατί αλλιώς δεν έχει νόημα να κάνεις οτιδήποτε εάν δεν το μοιράζεσαι. Είναι η δουλειά μας θεραπευτική και για μας καταρχάς. Κάποια στιγμή που ένιωθα ότι ήμουνα πάρα πολύ ζορισμένη, πήγα σε μία ψυχίατρο, η οποία έτυχε να παρακολουθεί τις παραστάσεις μου. Μου λέει «τι ήρθες παιδί μου σε μένα; Φύγε. Εγώ έρχομαι και με θεραπεύεις». Και μου είπε το εξής: ότι οι ηθοποιοί και οι τραγουδιστές, επειδή εκφράζονται έντονα και με τη φωνή τους, ό,τι αρνητική ενέργεια υπάρχει μέσα τους διαλύεται. Και αυτό με παρηγόρησε πάρα πολύ, από τότε δεν ξαναπήγα. Συνήθως κλαίω. Μόνο που το κλάμα είναι επίσης θεραπευτικό».
