του Γιώργου Παναγιωτόπουλου*
Στις 21 Ιανουαρίου 2026 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με 334 ψήφους υπέρ, 324 κατά και 11 αποχές, επέλεξε να παραπέμψει τη συμφωνία ΕΕ–Mercosur στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), αναβάλλοντας ουσιαστικά την πολιτική της κύρωση και ανοίγοντας έναν κύκλο αβεβαιότητας που μπορεί να διαρκέσει αρκετό χρόνο.
Η Ευρώπη ουσιαστικά παγώνει μια εμπορική συμφωνία επειδή δεν είναι βέβαιη ότι μπορεί να «περάσει» χωρίς να πληγώσει ακόμη περισσότερο τη δική της κοινωνική συνοχή.
Η παραπομπή της συμφωνίας στο ΔΕΕ, ό,τι κι αν σημαίνει νομικά, είναι πολιτικά, μια ηχηρή θέση: «δεν υπάρχει αρκετή νομιμοποίηση για να περάσει όπως είναι». Η Ευρώπη όμως, δεν πάγωσε το κείμενο της συμφωνίας επειδή ξύπνησε ξαφνικά κάποιος νομικός προβληματισμός. Πάγωσε την συμφωνία επειδή οι κοινωνίες και κυρίως η ύπαιθρος, δεν είναι πλέον διατεθειμένες να πληρώσουν άλλη μία «μετάβαση» χωρίς εγγυήσεις.
Η οριακή όμως φύση της ψηφοφορίας έχει σημασία από μόνη της. Δείχνει ένα Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο που δεν λειτουργεί ως επικυρωτικό όργανο της Επιτροπής αλλά ως θεσμός που αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο απονομιμοποίησης όταν οι κοινωνίες αισθάνονται ότι οι κανόνες είναι αυστηροί «προς τα μέσα» και διαπραγματεύσιμοι «προς τα έξω».
Η παραπομπή στο ΔΕΕ, ανεξάρτητα από την τελική νομική κατάληξη, λειτουργεί πολιτικά και ως μήνυμα προς την Επιτροπή: «δεν αρκεί να ισχυρίζεστε ότι η συμφωνία είναι στρατηγικά ωφέλιμη, πρέπει να αποδείξετε ότι είναι θεσμικά θωρακισμένη και κοινωνικά ανεκτή». Αυτό είναι το πραγματικό περιεχόμενο του «παγώματος» της συμφωνίας.
Για την Ελλάδα, αυτή η εξέλιξη έχει ιδιαίτερο βάρος, γιατί αφορά δύο αλληλένδετα πεδία όπου η χώρα είναι ευάλωτη. Τη βιωσιμότητα του πρωτογενούς τομέα και την αγροδιατροφική ασφάλεια.
Η χώρα δεν έχει μια ύπαιθρο που «προσαρμόζεται και αναπτύσσεται». Έχει μια ύπαιθρο που φθείρεται, από το υψηλό κόστος ενέργειας και εφοδίων, από την κλιματική πίεση, από τις ανεξέλεγκτες εισαγωγές και ελληνοποιήσεις και από την περιορισμένη διαπραγματευτική ισχύ απέναντι στην αγορά.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Mercosur δεν γίνεται αντιληπτή ως ένα, πολλά υποσχόμενο, γεωπολιτικό άνοιγμα. Γίνεται αντιληπτή ως μια πρόσθετη δοκιμασία για τον Έλληνα παραγωγό.
Θα υπάρξουν ίσοι κανόνες ή θα παγιωθεί ένας ανταγωνισμός άνισου κόστους και άνισων υποχρεώσεων;
Εδώ ακριβώς βρίσκεται και το ελληνικό διακύβευμα. Η ΕΕ, και ορθώς, ζητά από τους παραγωγούς της αυστηρά πρότυπα συμμόρφωσης. Αν όμως η ισοδυναμία προτύπων και ο πραγματικός έλεγχος στα εισαγόμενα προϊόντα δεν είναι πειστικός, τότε οι κανόνες παύουν να βιώνονται ως κοινό συμβόλαιο και μετατρέπονται σε μηχανισμό άνισης πίεσης. Και σε μια χώρα όπου ο πρωτογενής τομέας ήδη κινείται στα όριά του, αυτό οδηγεί σε εγκατάλειψη της παραγωγής, δηλαδή σε μεγαλύτερη εξάρτηση από εισαγωγές βασικών τροφίμων, άρα σε μειωμένη ανθεκτικότητα απέναντι σε διεθνείς κρίσεις τιμών και εφοδιασμού.
Η αγροδιατροφική ασφάλεια όμως δεν είναι κάτι γενικό και αφηρημένο. Είναι η στοιχειώδης κρατική ικανότητα να μην μετατρέπεται η κοινωνία σε όμηρο κάθε εξωτερικού σοκ.
Ακριβώς γι’ αυτό η στάση της ελληνικής εκπροσώπησης στην ψηφοφορία αποκτά πολιτικό βάρος. Το ότι οι ευρωβουλευτές της Νέας Δημοκρατίας ψήφισαν κατά της παραπομπής στο ΔΕΕ δεν μπορεί να εκληφθεί ως μια υποσημείωση πολιτικής θέσης. Είναι επιλογή προτεραιοτήτων. Δηλαδή ευθυγράμμιση με τη λογική της ταχύτητας και της θεσμικής συνέχειας της ευρωπαϊκής εμπορικής πολιτικής αλλά απέναντι στη λογική των πρόσθετων φίλτρων ελέγχου που ζητούσε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Μπορεί επιπροσθέτως να παρουσιαστεί και ως «ευρωπαϊκή υπευθυνότητα». Όμως, προς την ελληνική ύπαιθρο εκπέμπει ένα πιο αιχμηρό μήνυμα: όταν η Ευρώπη πατά φρένο για τις αναγκαίες εγγυήσεις, η ελληνική κυβερνητική εκπροσώπηση επιλέγει να μην το στηρίξει.
Το πρόβλημα εδώ δεν είναι η κομματική αντιπαράθεση. Είναι η πολιτική σημειολογία και οι συνέπειες της.
Σε μια περίοδο που οι παραγωγοί αναζητούν ασφάλεια, όχι γενικές διαβεβαιώσεις, η ψήφος κατά της παραπομπής μπορεί να ερμηνευθεί ως υποτίμηση των κινδύνων που βλέπει η ύπαιθρος. Και όταν αυτό το αίσθημα παγιώνεται, η κρίση δεν περιορίζεται στη δημόσια αντιπαράθεση. Μετατρέπεται σε σταδιακή απονομιμοποίηση της πολιτικής εκπροσώπησης. Οι παραγωγοί και οι τοπικές κοινωνίες παύουν να πιστεύουν ότι «ακούγονται» και ότι οι ανάγκες τους είναι εθνική προτεραιότητα. Στην Ελλάδα, αυτό το ρήγμα είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο, γιατί μεταφράζεται γρήγορα σε συσσωρευμένη οργή και τελικά σε πολιτική ρευστότητα που διαλύει την εμπιστοσύνη στους θεσμούς.
Αν η Ελλάδα θέλει να αντιμετωπίσει τη Mercosur με όρους εθνικού συμφέροντος και όχι με γενικόλογες δηλώσεις, οφείλει να θέσει τρεις καθαρές απαιτήσεις στο ευρωπαϊκό τραπέζι.
α. Ισοδυναμία προτύπων με πραγματικούς ελέγχους και κυρώσεις.
β. Μηχανισμοί άμεσης προστασίας εθνικού χαρακτήρα, όταν οι αγορές
διαταράσσονται και οι παραγωγοί πιέζονται.
γ. Εθνικό σχέδιο ανθεκτικότητας για τον πρωτογενή τομέα.
Χωρίς αυτό το τρίπτυχο, κάθε «στρατηγική» συμφωνία γίνεται αόρατος επιταχυντής αποδιάρθρωσης που αν δεν φέρει άμεσα την καταστροφή στην παραγωγική βάση, σίγουρα θα επιταχύνει τη συρρίκνωση μέχρι να γίνει μη αναστρέψιμη.
Η απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου είναι, τελικά, ένα πολιτικό μάθημα. Η Ευρώπη δεν μπορεί πλέον να προχωρά σε μεγάλες συμφωνίες χωρίς να εξασφαλίζει ότι οι κοινωνίες της και ειδικά η ύπαιθρος, δεν αισθάνονται εκτεθειμένες.
Για την Ελλάδα, το μάθημα είναι ακόμη πιο ουσιώδες. Η διατροφική ασφάλεια και η βιωσιμότητα του πρωτογενούς τομέα δεν διασφαλίζονται με ευχές, ούτε με ψήφους που αγνοούν το πολιτικό κλίμα. Διασφαλίζονται μόνο όταν η χώρα διεκδικεί κανόνες που εφαρμόζονται και όταν θωρακίζει την παραγωγή της πριν η εγκατάλειψη γίνει κανονικότητα.
Το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι τελικά αν θα υπάρξουν ευκαιρίες για κάποιους επιχειρηματίες στον κλάδο εισαγωγών-εξαγωγών. Το διακύβευμα είναι αν η συμφωνία Mercosur, σε συνδυασμό με τις εσωτερικές ελληνικές αδυναμίες, θα κάνει την παραγωγή ακόμη πιο ασύμφορη για τους πολλούς.
Αν η κυβέρνηση θέλει πραγματικά να υπερασπιστεί την ελληνική αγροτική οικονομία, δεν αρκεί να είναι «υπέρ της Ευρώπης». Πρέπει να είναι υπέρ μιας Ευρώπης που δεν μετατρέπει την ύπαιθρο σε θυσία της εξωστρέφειας. Μην ξεχνάμε ότι πολιτική δεν είναι να υπογράφεις μόνο συνθήκες. Πολιτική είναι να αποδεικνύεις ότι η στρατηγική επιλογή σου, δεν διαλύει την κοινωνία που καλείσαι να εκπροσωπείς.
Η Mercosur, λοιπόν, είναι ένα τεστ: αν η Ελλάδα θα παραμείνει χώρα που παράγει και κρατά ζωντανές τις περιφέρειές της, ή αν θα γίνει χώρα που θα αγοράζει όλο και περισσότερο την τροφή της, πληρώνοντας κάθε διεθνή κρίση στο ταμείο.
* Ο Γιώργος Παναγιωτόπουλος είναι Καθηγητής και Αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Πατρών. Το παρόν άρθρο αποτυπώνει αποκλειστικά προσωπικές απόψεις του συντάκτη, οι οποίες δεν εκφράζουν και δεν αντιπροσωπεύουν, σε καμία περίπτωση, το Πανεπιστήμιο Πατρών.
