του Ελισσαίου Βγενόπουλου, σκηνοθέτη-συγγραφέα
Η μαντίλα στο Ιράν δεν είναι απλώς ένδυμα. Είναι σύμβολο εξουσίας, φόβου και σιωπής. Και η σιωπή, όταν γίνεται επιλεκτική, μετατρέπεται σε συνενοχή.
Οι αντικαθεστωτικές εξεγέρσεις στο Ιράν, που ξέσπασαν με αφορμή τον θάνατο της Μαχσά Αμινί και εξελίχθηκαν σε ένα μαζικό, πολυεπίπεδο κίνημα αμφισβήτησης της Ισλαμικής Δημοκρατίας, αποτελούν ένα από τα πιο σημαντικά πολιτικά γεγονότα της τελευταίας δεκαετίας. Σύμφωνα με την οργάνωση Human Rights Activists News Agency, οι νεκροί από τις πανεθνικές κινητοποιήσεις έχουν φτάσει τουλάχιστον τους 646. Χιλιάδες νέοι, γυναίκες στην πρώτη γραμμή, εργάτες, φοιτητές και μέλη εθνοτικών μειονοτήτων βγήκαν στους δρόμους αμφισβητώντας όχι απλώς επιμέρους πολιτικές, αλλά τον ίδιο τον πυρήνα του θεοκρατικού καθεστώτος των μουλάδων. Η απάντηση του κράτους ήταν ωμή, δεκάδες, κατά ανεξάρτητες εκτιμήσεις εκατοντάδες, νεκροί, χιλιάδες τραυματίες, μαζικές συλλήψεις, βασανιστήρια, εκτελέσεις. Οι μαρτυρίες γιατρών από ιρανικά νοσοκομεία, με σφαίρες σε κεφάλια και στήθη νέων ανθρώπων, δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνειών για τη φύση της καταστολής.
Αυτό που ξεκίνησε ως κοινωνική αγανάκτηση απέναντι στη ραγδαία αποσύνθεση της καθημερινότητας, με τον πληθωρισμό να στραγγαλίζει μισθούς και αντοχές, εξελίχθηκε γρήγορα σε ευθεία πολιτική αμφισβήτηση του ίδιου του θεοκρατικού πυρήνα της ιρανικής εξουσίας. Το αίτημα δεν αφορά πια επιδόματα ή τιμές, αλλά το τέλος ενός συστήματος που θεμελιώνεται στη μεταφυσική της πειθαρχίας και στη βία ως θεϊκή εντολή. Η κρατική απάντηση κινείται στο γνώριμο μοτίβο, οι διαδηλωτές βαφτίζονται «εχθροί του Θεού», ένας όρος βαρύς όσο και θανατηφόρος, ενώ η ηγεσία τους παρουσιάζει ως όργανα ξένων συμφερόντων, χρήσιμους ηλίθιους μιας υποτιθέμενης δυτικής συνωμοσίας. Καθώς οι νεκροί και οι τραυματίες αυξάνονται, το καθεστώς επιστρατεύει ξανά ένα παλιό, δοκιμασμένο εργαλείο εσωτερικής καταστολής, την παραστρατιωτική δύναμη των Μπασίτζ. Το όνομά τους, που στα φαρσί παραπέμπει στην «κινητοποίηση», κρύβει μια οργάνωση εθελοντικής βιτρίνας αλλά σκληρού πυρήνα, στενά δεμένη με τους Φρουρούς της Ισλαμικής Επανάστασης. Εδώ και δεκαετίες λειτουργούν ως ορατό χέρι της αόρατης εξουσίας, περιπολούν, εκφοβίζουν, καταστέλλουν, επαναφέρουν «την τάξη». Μια τάξη, όμως, που όσο επιβάλλεται με ρόπαλα και απειλές θανάτου, τόσο αποκαλύπτει τον φόβο εκείνων που τη διακηρύσσουν αιώνια.
Κι όμως, ενώ θα περίμενε κανείς ένα κύμα διεθνούς αλληλεγγύης ανάλογο με αυτό που είδαμε σε άλλες περιπτώσεις, η αντίδραση μεγάλου μέρους του λεγόμενου «προοδευτικού» κόσμου στη Δύση υπήρξε τουλάχιστον χλιαρή, αν όχι προκλητικά σιωπηλή. Εδώ αναδύεται ένα φαινόμενο που αξίζει σοβαρής ανάλυσης, η ιδεολογική επιλεκτικότητα, έως και υποκρισία, όσων αυτοπροσδιορίζονται ως αντιιμπεριαλιστές και υπερασπιστές των λαών.
Την ίδια στιγμή που οργανώθηκαν μαζικές κινητοποιήσεις για την Παλαιστίνη και τη Γάζα, που υψώθηκαν πανό, συνθήματα και σημαίες, που γράφτηκαν ανακοινώσεις και ψηφίσματα, για το Ιράν επικράτησε αμηχανία. Όχι μόνο δεν είδαμε αντίστοιχη κινητοποίηση, αλλά σε πολλές περιπτώσεις ακούστηκαν και επιχειρήματα που ενοχοποιούσαν τα ίδια τα θύματα, ότι οι εξεγέρσεις είναι «υποκινούμενες», ότι πίσω τους βρίσκονται η CIA, η Μοσάντ ή «ξένα κέντρα», ότι πρόκειται για σχέδιο αποσταθεροποίησης ενός καθεστώτος που, κατά παράδοξο τρόπο, παρουσιάζεται ως «αντιιμπεριαλιστικό».
Υπάρχει μια παράξενη σιωπή που απλώνεται στη Δύση κάθε φορά που ο αγωνιζόμενος ιρανικός λαός βγαίνει στους δρόμους. Μια σιωπή επιλεκτική, σχεδόν επιμελώς καλλιεργημένη, από εκείνο το τμήμα της λεγόμενης προοδευτικής πτέρυγας που κατά τα άλλα αυτοπροσδιορίζεται ως ηθική συνείδηση του κόσμου. Οι ίδιοι άνθρωποι που γεμίζουν πλατείες, πανεπιστήμια και χρονολόγια για άλλες αδικίες, αδυνατούν να αρθρώσουν έστω μια λέξη αλληλεγγύης για τον περσικό λαό που εξεγείρεται απέναντι σε ένα θεοκρατικό, αυταρχικό καθεστώς.
Η αμηχανία τους δεν είναι τυχαία. Προκύπτει από μια ιδεολογική σύγχυση που μετατρέπει την αντιιμπεριαλιστική ρητορική σε άλλοθι για την ανοχή της καταπίεσης. Σε αυτό το σχήμα σκέψης, ο κόσμος χωρίζεται απλουστευτικά σε «θύτες» και «αντίπαλους των ΗΠΑ», με τους δεύτερους να απολαμβάνουν μια ιδιότυπη ασυλία, όσο σκοτεινές κι αν είναι οι πρακτικές τους. Έτσι, το καθεστώς των μουλάδων δεν αντιμετωπίζεται ως αυτό που είναι, μια εξουσία βαθιά διεφθαρμένη, κατασταλτική και εχθρική προς τα ίδια της τα παιδιά, αλλά ως ένα χρήσιμο σύμβολο αντίστασης στη Δύση.
Οι διαδηλωτές στο Ιράν, όμως, δεν κατεβαίνουν στους δρόμους για γεωπολιτικά αφηγήματα. Κατεβαίνουν γιατί δεν αντέχουν άλλο την εξαθλίωση, την ανεργία, την αστυνομία ηθών, τη βία, την έλλειψη προοπτικής. Κατεβαίνουν γιατί η καθημερινότητά τους είναι ένας ασφυκτικός συνδυασμός οικονομικής ασφυξίας και θεσμοθετημένου φόβου. Και όταν κάποιοι στη Δύση τους αντιμετωπίζουν ως «μαριονέτες ξένων κέντρων», δεν τους υποτιμούν απλώς, τους αφαιρούν την ίδια τους την ιδιότητα ως πολιτικών υποκειμένων.
Ίσως, τελικά, αυτό που ενοχλεί περισσότερο δεν είναι η καταπίεση καθαυτή, αλλά το γεγονός ότι δεν χωράει εύκολα σε έτοιμα συνθήματα. Κι έτσι, ο περσικός λαός μένει μόνος, να φωνάζει για ελευθερία, ενώ όσοι θα έπρεπε να τον ακούνε, επιλέγουν να κοιτάζουν αλλού.
Το μοτίβο δεν είναι καινούργιο. Οι ίδιοι κύκλοι που εξέφρασαν και συνεχίζουν να εκφράζουν, ανοχή ή και ανοιχτή στήριξη σε δικτατορικά καθεστώτα, παρά την αυταρχική του διολίσθηση και τη φτωχοποίηση του πληθυσμού, υιοθετούν μια παρόμοια στάση και για το Ιράν. Ο κοινός παρονομαστής δεν είναι τα δικαιώματα των λαών, αλλά η γεωπολιτική τοποθέτηση, ό,τι είναι εχθρικό προς τις ΗΠΑ ή τη Δύση συνολικά βαφτίζεται αυτομάτως «προοδευτικό», ανεξαρτήτως του πόσο καταπιεστικό είναι στο εσωτερικό του.
Στην Ελλάδα, η στάση αυτή πήρε και κομματικά χαρακτηριστικά. Κόμματα και πολιτικοί χώροι που αυτοπαρουσιάζονται ως φορείς κοινωνικής ευαισθησίας και διεθνισμού δεν σήκωσαν ούτε ένα λάβαρο για τον αγωνιζόμενο ιρανικό λαό. Καμία μαζική διαδήλωση, καμία ουσιαστική πολιτική πίεση, καμία καθαρή καταγγελία του θεοκρατικού καθεστώτος. Τα έντυπα μέσω των οποίων εκφράζονται μένουν βουβά. Η σιωπή αυτή δεν είναι ουδέτερη, είναι πολιτική επιλογή. Με τον χρόνο, η διαπίστωση γίνεται πια αδιαμφισβήτητη και το συμπέρασμα βγαίνει αβίαστα, όσο πιο Δεξιά (ακροδεξιά) και Αριστερά (ακροαριστερά) κινείται μια άποψη, μια ιδεολογία και μια πρακτική τόσο πιο εύκολα οδηγείται στο αλώνι της συντήρησης και της οπισθοδρόμησης.
Το ερώτημα, τελικά, είναι απλό αλλά αμείλικτο, είναι κανείς με τους λαούς όταν εξεγείρονται για την ελευθερία τους ή μόνο όταν η εξέγερσή τους χωρά στο δικό του ιδεολογικό αφήγημα; Η αλληλεγγύη που μπαίνει σε εισαγωγικά παύει να είναι αλληλεγγύη. Και η Αριστερά ή όποιος θέλει να λέγεται προοδευτικός, που αδυνατεί να καταδικάσει ξεκάθαρα έναν θεοκρατικό, βίαιο αυταρχισμό, επειδή αυτός τυχαίνει να είναι «αντιδυτικός», χάνει όχι μόνο το ηθικό της πλεονέκτημα, αλλά και το δικαίωμα να μιλά στο όνομα των καταπιεσμένων. Οι λαοί μπορεί να μη ζητούν την άδειά μας για να εξεγερθούν, όμως εμείς οφείλουμε, τουλάχιστον, να μη τους προδίδουμε με τη σιωπή μας γιατί οι λαοί δεν χρειάζονται προστάτες, αλλά συνοδοιπόρους. Και όταν η ελευθερία δεν χωρά στα συνθήματά μας, τότε το πρόβλημα δεν είναι η εξέγερση, αλλά η ιδεολογία μας.
