του Θέμη Μπάκα*
Η κυβέρνηση επιμένει να μιλά για επιτυχία.
Όμως οι αριθμοί – οι πραγματικοί αριθμοί, δεν την επιβεβαιώνουν. Την διαψεύδουν. Και η καθημερινότητα των πολιτών το αποδεικνύει με τον πιο σκληρό τρόπο.
Πίσω από τα κυβερνητικά πανηγύρια και τα επικοινωνιακά δελτία, υπάρχει μια κοινωνία που πιέζεται, που μετρά απώλειες και που βλέπει το κόστος ζωής να αυξάνεται, ενώ το εισόδημά της δεν ακολουθεί.
Σύμφωνα με τις μελέτες του Κέντρο Φιλελεύθερων Μελετών (ΚΕΦΙΜ) για την «Ημέρα Φορολογικής Ελευθερίας» (στοιχεία 2024-2025), η φορολογική επιβάρυνση στην Ελλάδα παραμένει από τις υψηλότερες στην Ευρώπη. Το 2025, οι Έλληνες εργάστηκαν 177 από τις 365 ημέρες του έτους αποκλειστικά για φόρους και ασφαλιστικές εισφορές. Δηλαδή, σχεδόν το μισό έτος για το κράτος, με την Ημέρα Φορολογικής Ελευθερίας να φτάνει στα τέλη Ιουνίου.
Οι 177 ημέρες αντιστοιχούν σε 48,5% του μέσου όρου του ετήσιου εισοδήματος. Και αυτό δεν είναι μια στατιστική λεπτομέρεια· είναι χρόνος ζωής, κόπος και χαμένες ευκαιρίες.
Η εικόνα γίνεται ακόμη πιο αποκαλυπτική όταν εξετάσουμε τη φορολόγηση της εργασίας. Το 2023, ο πραγματικός φορολογικός συντελεστής στην εργασία στην Ελλάδα ανήλθε στο 40,5%, κατατάσσοντας τη χώρα στη 2η θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών της ΕΕ, πίσω μόνο από την Ιταλία. Πρόκειται για ποσοστό 3,5 μονάδες υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός που αποτυπώνει μια διαρθρωτική μετατόπιση της φορολογικής επιβάρυνσης εις βάρος της εργασίας σε σχέση με την προ κρίσης περίοδο.
Όταν η κατανάλωση γίνεται μόνιμος φοροεισπρακτικός μηχανισμός
Την ίδια ώρα, η φορολόγηση της κατανάλωσης παραμένει υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με πάνω από το 55% των φορολογικών εσόδων να προέρχεται από τους έμμεσους φόρους. Φόροι που πληρώνονται καθημερινά στο σούπερ μάρκετ, στο ρεύμα, στα καύσιμα. Φόροι που δεν κάνουν κοινωνικές διακρίσεις και πλήττουν πρώτα και κύρια όσους έχουν λιγότερα.
Μείωση φόρων στα λόγια, ανάγκη επιβίωσης στην πράξη
Κι όμως, κυβερνητικά στελέχη διαφημίζουν σε καθημερινή βάση τη μείωση φόρων. Αλλά πρόκειται για μια επικοινωνιακή «πραγματικότητα» που συγκρούεται κατά μέτωπο με την κοινωνική αλήθεια. Γιατί αν οι φόροι είχαν -πράγματι- μειωθεί με τρόπο ουσιαστικό και δίκαιο, δεν θα είχαμε σήμερα 290.000 συνταξιούχους να εργάζονται για να τα βγάλουν πέρα. Δεν θα αναγκαζόταν η τρίτη ηλικία να επιστρέφει στην αγορά εργασίας όχι από επιλογή, αλλά από ανάγκη.
Η ακρίβεια δεν είναι “εξωγενής” – είναι πολιτική επιλογή
Η ακρίβεια στην καθημερινότητα και το κόστος διαβίωσης έχουν εκτοξευτεί. Και πλέον είναι ξεκάθαρο ότι αυτό δεν οφείλεται σε «εξωγενείς παράγοντες», όπως εσκεμμένα επιχειρήθηκε να παρουσιαστεί. Είναι το αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών: της υπερφορολόγησης της κατανάλωσης, της αδυναμίας ελέγχου της αγοράς, της μετακύλισης του κόστους στους πολίτες.
Χαμηλότερο εισόδημα από το 2009, μεγαλύτερα βάρη από ποτέ
Σύμφωνα με τα ίδια στοιχεία του ΚΕΦΙΜ, το πραγματικό εισόδημα των Ελλήνων το 2024–2025 παραμένει από το 2009 κατά 15% χαμηλότερο. Δεκαπέντε χρόνια μετά, η κοινωνία δεν έχει επιστρέψει στα προ κρίσης επίπεδα. Κι όμως, καλείται να πληρώνει σαν να έχει ξεπεράσει την κρίση.
Οι πανηγυρισμοί και η ευρωπαϊκή ουραγία
Παρά ταύτα, η κυβέρνηση πανηγυρίζει για αύξηση 22,3% στο πραγματικό εισόδημα την περίοδο 2019 – 2024. Όμως, τα στοιχεία της Eurostat είναι αμείλικτα: η Ελλάδα βρίσκεται στην τελευταία θέση της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε πραγματική αγοραστική δύναμη, κάτω ακόμη και από τη Βουλγαρία.
Τουτέστιν, ενώ η υπόλοιπη Ευρώπη προοδεύει με ταχύτερους ρυθμούς, η Ελλάδα παραμένει ουραγός. Αυτή η αντίφαση δεν μπορεί να καλυφθεί με ποσοστά και πανηγυρικές δηλώσεις. Γιατί η κυβέρνηση μιλά για ανάπτυξη, την ίδια ώρα που η κοινωνία μετρά απώλειες.
Ανάπτυξη χωρίς κοινωνία; Το κρίσιμο ερώτημα
Και εδώ γεννάται το κρίσιμο ερώτημα:
Αυτή η πολυδιαφημισμένη ανάπτυξη, τελικά, ποιον αφορά;
Σίγουρα όχι τον εργαζόμενο που φορολογείται από τις υψηλότερες στην Ευρώπη.
Όχι τον συνταξιούχο που αναγκάζεται να δουλεύει για να επιβιώσει.
Όχι τη μεσαία τάξη που βλέπει το εισόδημά της να εξανεμίζεται από την ακρίβεια.
Όταν οι αριθμοί διαψεύδουν το κυβερνητικό αφήγημα και η καθημερινότητα το καταρρίπτει, τότε δεν μιλάμε για επικοινωνιακή αστοχία. Μιλάμε για πολιτική αποτυχία.
Όταν η “ανάπτυξη” δεν φτάνει μέχρι το τέλος του μήνα
Η κοινωνία δεν ζητά θαύματα. Δεν ζητά μαγικές λύσεις, ούτε υποσχέσεις χωρίς αντίκρισμα. Έχει ζήσει αρκετές διαψεύσεις για να γνωρίζει ότι η πραγματική πρόοδος δεν έρχεται με συνθήματα, αλλά με επιλογές που αντέχουν στην καθημερινότητα.
Αυτό που ζητά είναι αλήθεια. Να εκμηδενιστεί η απόσταση ανάμεσα στους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς και την πραγματική ζωή. Να ειπωθεί καθαρά ποιοι ωφελούνται και ποιοι μένουν πίσω. Γιατί όταν οι δείκτες δείχνουν «ανάπτυξη», αλλά το εισόδημα δεν φτάνει μέχρι το τέλος του μήνα, τότε το πρόβλημα δεν είναι η κοινωνία – είναι η αφήγηση.
Ζητά δικαιοσύνη. Μια φορολογική και κοινωνική πολιτική που να κατανέμει τα βάρη με αναλογικότητα, που να προστατεύει την εργασία, να στηρίζει τους πιο αδύναμους και να μην μετατρέπει την κατανάλωση σε μόνιμο μηχανισμό άντλησης εσόδων. Δικαιοσύνη σημαίνει να μην πληρώνει πάντα ο ίδιος: ο μισθωτός, ο συνταξιούχος, ο μικρός επαγγελματίας. Σημαίνει κανόνες που ισχύουν για όλους, όχι προνόμια για λίγους.
Και πάνω απ’ όλα, ζητά μια ανάπτυξη που να αφορά τους πολλούς – όχι τους λίγους. Ανάπτυξη που να αποτυπώνεται στον μισθό, στη σύνταξη, στο κόστος ζωής, στη δυνατότητα ενός νέου ανθρώπου να σχεδιάσει τη ζωή του στη χώρα του. Όχι ανάπτυξη που μετριέται μόνο σε μακροοικονομικούς δείκτες, σε εταιρικά κέρδη ή σε επικοινωνιακές επιτυχίες.
Γιατί πραγματική ανάπτυξη δεν είναι αυτή που χωρά μόνο σε δελτία Τύπου. Είναι αυτή που κατανέμεται δίκαια, που μειώνει τις ανισότητες, αντί να τις βαθαίνει, που ενισχύει τη συνοχή, αντί να την υπονομεύει. Είναι η ανάπτυξη που δεν αφήνει κανέναν πίσω – ούτε τον εργαζόμενο, ούτε τον συνταξιούχο, ούτε τη νέα γενιά.
Η κοινωνία έχει αποδείξει ότι αντέχει. Αυτό που δεν αντέχει άλλο είναι να της ζητούν υπομονή, ενώ της στερούν προοπτική. Να της μιλούν για επιτυχία, ενώ η καθημερινότητα γίνεται δυσκολότερη. Να της ζητούν εμπιστοσύνη, χωρίς αλήθεια.
Και γι’ αυτό το αίτημα είναι απλό και βαθιά πολιτικό: αλήθεια, δικαιοσύνη και μια ανάπτυξη που να αφορά όλους. Όχι ως σύνθημα, αλλά ως καθαρή δέσμευση απέναντι στην κοινωνία.
*Ο Θέμης Μπάκας είναι πολιτευτής Αχαΐας.
