Η συμβολή του τραπεζικού συστήματος στην αναθέρμανση της δραστηριότητας

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΡΒΕΛΗ, ΣΤΕΛΕΧΟΣ ΤΟΜΕΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Ν.Δ.

Η αναθέρμανση της οικονομικής δραστηριότητας προϋποθέτει την οικοδόμηση μιας νέας υγιούς και βιώσιμης συνεργασίας μεταξύ επιχειρήσεων και τραπεζών. Η σχέση αυτή είναι απαραίτητη, ώστε να μπει και πάλι σε λειτουργία η ροή πιστώσεων από τις τράπεζες προς βιώσιμες και παραγωγικές επιχειρήσεις με ενεργό συμμετοχή στην οικονομική ζωή.

Σήμερα ωστόσο, πολλές επιχειρήσεις, τόσο μικρομεσαίες όσο και μεγάλες, είναι εγκλωβισμένες σε οφειλές προς τράπεζες, ασφαλιστικά ταμεία αλλά και το δημόσιο.

Πολλές επιχειρήσεις αδυνατούν να αποπληρώσουν τις οφειλές τους παραμένοντας σε

αδυναμία να επανασχεδιάσουν τις προτεραιότητές τους και να προωθήσουν επιχειρηματικές πρωτοβουλίες που θα διασφάλιζαν την βιωσιμότητα τους. Το πρόβλημα εντοπίζεται κυρίως στις χιλιάδες μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που αποτελούν άλλωστε και τη ραχοκοκαλιά της Ελληνικής οικονομίας. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία που δημοσίευσε η Τράπεζα της Ελλάδος, το ύψος των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων  προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις ανέρχεται σήμερα στο 60,7% των συνολικών ανοιγμάτων, ενώ ακόμη πιο δραματική είναι η εικόνα για ελεύθερους επαγγελματίες και πολύ μικρές επιχειρήσεις, καθώς αυτά ανέρχονται στο 68,3% των συνολικών ανοιγμάτων.

Αντίθετα απ’ ότι συνέβαινε πριν λίγα χρόνια, οι τράπεζες σήμερα προσφέρουν στους δανειολήπτες ποικίλες επιλογές ρυθμίσεων επιχειρηματικών οφειλών μέσω ειδικών προϊόντων που αντιστοιχούν λίγο ή πολύ στις δυνατότητές τους. Παράλληλα, ο Εξωδικαστικός Μηχανισμός Ρύθμισης Οφειλών Επιχειρήσεων δίνει τη δυνατότητα σε βιώσιμες επιχειρήσεις να ρυθμίσουν τις συνολικές οφειλές που έχουν με όλους τους πιστωτές, είτε δηλαδή τις τράπεζες, το Δημόσιο (εφορία), τους ασφαλιστικούς οργανισμούς, τους ΟΤΑ ή /και τους προμηθευτές τους με ηλεκτρονικό τρόπο, που αναμένεται να μειώσει σημαντικά το διοικητικό κόστος της διαδικασίας όχι μόνο για την επιχείρηση, αλλά και για τους ίδιους τους πιστωτές.

Παρόλο που αυτές οι πρωτοβουλίες είναι προς την σωστή κατεύθυνση, μέχρι σήμερα δεν έχουν αποδώσει είτε γιατί τα τραπεζικά στελέχη αρκούνται στη λήψη προβλέψεων για εποπτικούς λόγους χωρίς να αναλαμβάνουν τον κίνδυνο αναδιαρθρώσεων δανείων, είτε γιατί προτιμούν να ιδιοποιηθεί η τράπεζα το όποιο όφελος από την ενεργό διαχείριση των δανείων όταν η συγκυρία το επιτρέψει, είτε, τέλος, γιατί οι διαδικασίες και το κόστος συντονισμού των πιστωτών είναι απαγορευτικό.

 Η παρατηρούμενη όμως αδράνεια επιφέρει σημαντικό κοινωνικό κόστος καθώς η αγορά στερείται ρευστότητας, πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία παραμένουν αναξιοποίητα και εν δυνάμει βιώσιμες επιχειρήσεις καθίστανται προβληματικές.

Για τους λόγους αυτούς καθίσταται αναγκαία η προώθηση μιας νομοθετικής πρωτοβουλίας, η οποία θα διευκολύνει τις τράπεζες να προχωρήσουν συντεταγμένα και γρήγορα σε αποτελεσματικές ρυθμίσεις οφειλών επιχειρήσεων. Βασική επιδίωξη πρέπει να είναι η αναθέρμανση της οικονομίας, μέσω στοχευμένης αναδιάρθρωσης δανείων επιχειρήσεων, επαγγελματιών και αγροτών που είχαν περιέλθει σε δυσχερή οικονομική θέση και αντιμετώπιζαν δυσκολίες στην ομαλή αποπληρωμή των υποχρεώσεών τους.

Σήμερα, με την έκταση του προβλήματος των μη εξυπηρετούμενων δανείων να έχει γιγαντωθεί και χιλιάδες επιχειρήσεις, κυρίως μικρομεσαίες επιχειρήσεις να είναι

εγκλωβισμένες, απαιτείται ένα νομοθέτημα που θα παρέχει:

α) σαφή οδικό χάρτη με χρονικούς περιορισμούς για τις επιβαλλόμενες διαδικασίες ρύθμισης και αναδιάρθρωσης,

β) τα αναγκαία κίνητρα προς πιστωτές και δανειολήπτες ώστε να ολοκληρώσουν εγκαίρως την προβλεπόμενη διαδικασία και

γ) σημαντικά αντικίνητρα για καθυστερήσεις στη λήψη αποφάσεων.

Σε περιβάλλον αβεβαιότητας, ανασφάλειας και πιστωτικής στενότητας, μια τέτοια νομοθετική πρωτοβουλία θα απελευθερώσει κεφάλαια τα οποία σήμερα είναι δεσμευμένα για την απορρόφηση τυχόν ζημιών και θα συντελέσει ώστε αυτά να διοχετευθούν για τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας και την επανεκκίνηση βιώσιμων επιχειρηματικών μονάδων και επενδύσεων.