Επιχειρηματικότητα και κατανάλωση

ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΡΒΕΛΗΣ ΣΤΕΛΕΧΟΣ ΤΟΜΕΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ Ν.Δ.

Η Ελλάδα έχει να παρουσιάσει λίγους διεθνώς ανταγωνιστικούς κλάδους, αλλά, όταν αυτό συμβαίνει, όπως στην περίπτωση της βιομηχανίας και συγκεκριμένα της μεταποίησης, οφείλεται σε ένα βασικό λόγο που έχει να κάνει με τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό που διέπει από τη φύση του τον δευτερογενή τομέα της παραγωγής.

Οι σύγχρονες βιομηχανίες πρέπει να επιδιώκουν την καινοτομία, ειδικά σε ανταγωνιστικούς κλάδους, αλλά συχνότερα μάχονται για την αύξηση μεριδίων σε υφιστάμενες αγορές με βάση το κόστος ή τη διαφοροποίηση που μπορούν να επιτύχουν. Οι πολιτικές, θεσμικές, οικονομικές, καταναλωτικές ή ακόμη και περιβαλλοντικές συνθήκες επηρεάζουν τη μεταποίηση συνήθως σε μακροπρόθεσμη βάση, πράγμα που διευκολύνει την ευχερέστερη ανάληψη πρωτοβουλιών αντιμετώπισης των κινδύνων που απορρέουν από αυτές σε περίπτωση μεταβολών.

Η χώρα μας στηρίζεται διαχρονικά σε κλάδους που, όπως αποδείχθηκε από την πρόσφατη εμπειρία, επηρεάστηκαν σε σημαντικό βαθμό θετικά ή αρνητικά από τις μεταβολές στο διεθνές και το εγχώριο οικονομικό περιβάλλον αντιστοίχως. Παράδειγμα θετικής επιρροής είναι ο τουρισμός, ενώ παράδειγμα αρνητικής επιρροής είναι ο κλάδος του λιανεμπορίου.

Η μεικτή αυτή εικόνα δημιουργεί ερωτήματα από μόνη της ως προς τη μελλοντική αναγκαιότητα αυτού του παραγωγικού μοντέλου, το οποίο διέπεται από έλλειψη σχετικής σταθερότητας.

Το στράγγισμα της ρευστότητας στην αγορά οφείλεται στο γεγονός ότι το κράτος είναι ο μεγαλύτερος εισπράκτορας στην οικονομία μας. Αλλά πόσο επηρεάζει αυτή η έλλειψη ρευστότητας- λόγω εξοντωτικού πλεονάσματος -την ανάπτυξη της χώρας και το εισόδημα μας; Έχουμε άραγε αντιληφθεί τί σημαίνει »ανάπτυξη» και πώς συνδέεται η έλλειψη ρευστότητας με την αλυσίδα κατανάλωση – αποταμίευση- επένδυση;

Οι επενδύσεις συνέβαλαν για το 2017 με 1,8 ποσοστιαίες μονάδες ενώ η κατανάλωση και οι καθαρές εξαγωγές είχαν αρνητική συμβολή (-0,1 και -0,3%).  Κατά συνέπεια είχαμε αύξηση επενδύσεων, αρκετά καλή συγκριτικά με την προηγούμενη 7ετία της ύφεσης, αλλά στασιμότητα της κατανάλωσης. Το ΑΕΠ λοιπόν επηρεάστηκε αρνητικά από μειωμένη κατανάλωση. Από 74 δις το 2009 οι μισθωτοί έπεσαν σε εισοδήματα 58 δις το 2017 ενώ οι λοιποί φορολογούμενοι έπεσαν από τα 98 στα 73 δις.  Αυτά που χάθηκαν είναι χρήματα που θα έπεφταν στην αγορά και στην αποπληρωμή ιδιωτικών χρεών. Είναι το εναλλακτικό όφελος που θα είχε η ελληνική οικονομία αν δεν καρκινοβατούσε μέσα στην κρίση και αν δεν έχανε τόσο πολύ εισόδημα.

Η ανάπτυξη και η συνεπακόλουθη αύξηση του εισοδήματός μας θα έλθουν μόνο από τον συνδυασμό επενδύσεων, κατανάλωσης και αύξησης εξαγωγών και βεβαίως χωρίς το υπερπλεόμασμα να απορροφά τη ρευστότητα.

Η επιχειρηματικότητα δεν αντέχει να κινείται σε ένα καθεστώς υπερφορολόγησης και παράλληλα να πρέπει να ρίξει παραγωγικό χρήμα σε νέες δουλειές.

Επίσης είναι αναγκαίο, να μην αποτελεί φοβικό σύνδρομο η αύξηση τόσο των μισθών, όσο  και του προγράμματος δημοσίων δαπανών, γιατί χωρίς αυτές τις συνθήκες, δεν θα υπάρξει άνοδος της κατανάλωσης, γεγονός που είναι βασικό προαπαιτούμενο για την αύξηση του ΑΕΠ.