Μήπως θα έλθουν και HUMAN CONTROLS;

του Αθαν. Χ. Παπανδρόπουλου

Αυτοί που κυβερνούν μία χώρα, όποιοι και αν είναι, πέρα από τις προσεχείς εκλογές και άλλα θέματα πολιτικού κόστους, βλέπουν καθόλου το βάθος του ορίζοντα; Αντιλαμβάνονται, για παράδειγμα, πώς κυλά η πραγματικότητα και τί δείχνει; Γνωρίζουν ότι σε 20 με 30 χρόνια η Ελλάδα των νυν 11 εκατομμυρίων θα έχει μόνον 8,5 εκατομμύρια κατοίκους; Συνειδητοποιούν τί σημαίνει η φυγή από την χώρα σχεδόν μισού εκατομμυρίου νέων ανθρώπων και 30.000 επιχειρήσεων;

Οι άνθρωποι που κυβερνούν, ή που θέλουν να κυβερνήσουν, γνωρίζουν τί σημαίνει ανθρώπινο κεφάλαιο και ποια η τεράστια σημασία του; Οι διάφοροι «τουρκοφάγοι» και άλλοι «υπερπατριώτες» έχουν αντιληφθεί τί σημαίνει για την Ελλάδα η δημογραφική συρρίκνωση; Αν όχι, επισημαίνουμε ότι η απώλεια ανθρώπινου κεφαλαίου είναι χειρότερη από την αντίστοιχη των οικονομικών πόρων.

Αυτός είναι και ο λόγος που οδηγεί κάποιους παρατηρητές της ελληνικής πραγματικότητας να εικάζουν ότι, έτσι όπως πάει η κατάσταση, δεν θα πρέπει καθόλου να αποκλείεται, μετά τους κεφαλαιακούς ελέγχους του Ιουλίου 2015, η κυβέρνηση να επιβάλει και αντίστοιχους στην ελεύθερη κίνηση ανθρώπων. Αν αυτό συμβεί, μία ακόμη ελευθερία θα έχει καταργηθεί στην χώρα μας –αυτή της ελεύθερης εγκατάστασης και μετακίνησης. Πιθανότατα δε, με τον τρόπον αυτό να ακολουθήσουν και άλλες οδυνηρές εξελίξεις.

Υπενθυμίζουμε ότι οι κεφαλαιακοί έλεγχοι επιβλήθηκαν στην Ελλάδα στο τέλος του πρώτου εξαμήνου του 2015, όταν μετά από μία καταστροφική πορεία της οικονομίας η χώρα υπέστη ζημιά 86 δισεκατομμυρίων ευρώ, ενώ άλλα 60 δισεκατομμύρια ευρώ είχαν αποσυρθεί από τις τράπεζες, υποθηκεύοντας δραματικά το μέλλον τους. Οι κεφαλαιακοί έλεγχοι, έτσι, ήταν το αποτέλεσμα μίας ολέθριας πολιτικής του διδύμου Τσίπρα-Βαρουφάκη, που όπως ομολογεί σήμερα και ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Ζαν-Κλωντ Γιούνκερ, είχε φέρει την Ελλάδα στο χείλος της πλήρους καταστροφής.

Ο άνθρωπος λοιπόν που μετά ένα δημοψήφισμα-μαϊμού πήγε παρακαλώντας στις Βρυξέλλες για να υπογράψει ένα τρίτο μνημόνιο, χειρότερο από τα δύο προηγούμενα, αφού εξασφάλισε την σχεδόν πλήρη κοινοβουλευτική στήριξη του τρίτου μνημονίου, εξαπάτησε την αντιπολίτευση προκηρύσσοντας νέες πρόωρες εκλογές. Η Ελλάδα μπήκε έτσι σε μία τρίτη μνημονιακή περίοδο, με τεράστιο κόστος –γεγονός που εκ των πραγμάτων υπονομεύει ουσιαστικά την έξοδο από τις κρίση. Ιδού γιατί.

Κατά πρώτο λόγο, η ανασυγκρότηση και αναδιάρθρωση της οικονομίας είναι δύο πολύ δύσκολα εγχειρήματα, γιατί δεν υπάρχουν οι απαραίτητοι χρηματοδοτικοί πόροι για κάτι τέτοιο. Η εγχώρια αποταμίευση βρίσκεται στο ναδίρ, οι τράπεζές μας φυτοζωούν, οι επενδύσεις στον παραγωγικό τομέα της οικονομίας είναι ανεπαρκέστατες, δυναμικές επιχειρήσεις φεύγουν για φορολογικούς και λειτουργικούς λόγους και το πολύτιμο ανθρώπινο κεφάλαιο της χώρας φθίνει. Από την άλλη πλευρά, οι τράπεζες αντιμετωπίζουν και το σοβαρό πρόβλημα των «κόκκινων δανείων», αλλά και την διστακτικότητα των αποταμιευτών να τούς εμπιστευθούν καταθέσεις.

Παράλληλα, στην πραγματική αγορά –και όχι σε αυτήν των κυβερνητικών φαντασιώσεων– κορυφώνεται η κρίση ρευστότητας σε όλα τα επίπεδα. Έτσι, πέρα από τα 6,5 δισεκατομμύρια ευρώ που οφείλει το Δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα, οι επιχειρήσεις καθυστερούν μισθοδοσίες και πληρωμές τιμολογίων, ενώ την ίδια στιγμή αυξάνονται και τα χρέη των ιδιωτών προς το Δημόσιο. Φαύλος κύκλος, δηλαδή, ο οποίος δεν δείχνει να έχει τέλος.

Όμως, όσο συνεχίζεται η κρίση ρευστότητας, με ταυτόχρονη άπνοια στις επενδύσεις, το ερώτημα είναι πώς και με ποιον ρυθμό αναπτύξεως θα πετύχει η χώρα πρωτογενή πλεονάσματα. Με απλούστερα λόγια, με ποια ποσοτικά και ποιοτικά στοιχεία θα μπορέσει η Ελλάδα να βγει στις αγορές όταν λήξει το τρίτο μνημόνιο;

Μία χώρα που χρόνο με τον χρόνο υποχωρεί στις διεθνείς κατατάξεις για την διευκόλυνση του επιχειρείν και την ανταγωνιστικότητα, με ποια επιτόκια θα βρίσκει κεφάλαια στις διεθνείς χρηματαγορές, όπου τα περίφημα επενδυτικά ταμεία είναι τρεις και τέσσερις φορές πιο επιφυλακτικά απ’ ό,τι στο παρελθόν;

Πέρα, όμως, από όλα όσα προηγούνται, δραματικό φαινόμενο είναι η φυγή του ανθρώπινου δυναμικού. Από μόνη της δείχνει προς τα έξω ότι η Ελλάδα ως χώρα, δεν έχει μέλλον για τους νέους της και ιδιαίτερα για τους πιο ταλαντούχους. Αυτή δε είναι μία διάσταση της σημερινής πραγματικότητας που οι σοβαροί και υπεύθυνοι επενδυτές δεν αγνοούν. Γνωρίζουν ότι στην Ελλάδα υπάρχει πλέον σοβαρή μείωση του ανθρώπινου κεφαλαίου της, η οποία, σε συνδυασμό με την δημογραφική πτώση, ήδη δημιουργεί σοβαρά προβλήματα τόσο στην επάνδρωση επιχειρήσεων όσο και στην διαμόρφωση της ζήτησης. Κατά συνέπεια, αποθαρρύνονται και οι σοβαρές επενδύσεις. Ό,τι χειρότερο, δηλαδή, για μία χώρα που βρίσκεται στα πρόθυρα της διαρθρωτικής κατάρρευσης, την ώρα δε που απειλείται από την γείτονά της και δεν καταλαβαίνει ότι με παχειά λόγια δεν λύνονται σοβαρά προβλήματα.