Το Νομικό πλαίσιο προστασίας της Επιχειρηματικότητας

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΡΒΕΛΗ, ΤΟΜΕΑΡΧΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΝΟΔΕ ΑΧΑΪΑΣ

Σύμφωνα με την ετήσια έρευνα του ΙΟΒΕ για την επιχειρηματικότητα 2016-2017 οι συνθήκες στο επιχειρείν επιδεινώθηκαν. Οι έντονες αβεβαιότητες για την πορεία της οικονομίας μας, σε συνδυασμό με τη φορολογική πίεση στην αυτοαπασχόληση και στους ελεύθερους επαγγελματίες, επηρέασαν αρνητικά τη νέα επιχειρηματική δραστηριότητα.

Συγκεκριμένα, το ποσοστό του πληθυσμού ηλικίας 18-64 ετών που βρισκόταν το 2016 σε αρχικά στάδια επιχειρηματικής ενεργοποίησης, συμπεριλαμβανομένης της αυτοαπασχόλησης, υποχωρεί στο 5,7% (περίπου 380.000 άτομα) από 6,7% (περίπου 450.000) το 2015. Πρόκειται για μία από τις χαμηλότερες διαχρονικά επιδόσεις της χώρας (2003-2016: 6,9%). Επιπλέον, το 41% των επιχειρηματιών αρχικών σταδίων (περίπου 160.000 άτομα) ξεκίνησε ένα επιχειρηματικό εγχείρημα από ανάγκη.

Τέλος, σύμφωνα με την έρευνα, ένας στους τρεις επιχειρηματίες δηλώνει ότι απευθύνεται αποκλειστικά στην εγχώρια αγορά, ενώ ίδιο και το ποσοστό των επιχειρήσεων που δηλώνουν ότι πάνω από το 25% του τζίρου τους προέρχεται από πελάτες εξωτερικού, επίδοση ελαφρώς χαμηλότερη από τον μέσο όρο των χωρών καινοτομίας (35%).

Όλα τα παραπάνω βρίσκονται σε άμεση διασύνδεση με το ιδιωτικό χρέος προς το δημόσιο τομέα που αγγίζει πλέον τα 100δις, βαίνοντας προοδευτικά αυξανόμενο. Παράλληλα, ένα μεγάλο μέρος των μικρών επιχειρήσεων της χώρας βρίσκονται πλέον αντιμέτωπα με το φάσμα του πλειστηριασμού, της επαγγελματικής τους στέγης για μη εξυπηρετούμενα δάνεια τα οποία δημιουργήθηκαν τα τελευταία χρόνια. Τα πρωτοδικεία της χώρας έχουν κατακλυστεί από υποθέσεις υπερχρεωμένων επαγγελματιών που αναζητούν αλλά αδυνατούν να βρουν μια ρεαλιστική λύση στο πρόβλημα υπερχρέωσης.

Η συντριπτική πλειονότητα των οφειλετών δεν ανήκει στην κατηγορία των στρατηγικών κακοπληρωτών. Πριν το ξέσπασμα της κρίσης, το σύνολο των μη εξυπηρετούμενων δανείων στη χώρα μετά βίας άγγιζε το 10%, ενώ τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδας προσδιορίζουν το ποσοστό των ανοιγμάτων σε επίπεδα άνω του 50%.

Τα βασικά εργαλεία για την προστασία των δανειοληπτών και οφειλετών υπήρξαν οι νόμοι για την αναστολή πλειστηριασμών (Ν. 3869/2010 και Ν. 4336/2015). Μπορεί ενδεχομένως τα εργαλεία αυτά, να πέτυχαν είτε γενικά, είτε αποσπασματικά τους σκοπούς τους, όμως δεν επέφεραν μια οριστική λύση.

Κατά συνέπεια το υφιστάμενο πλαίσιο, έτσι όπως έχει προδιαγραφεί από τους στόχους των προγραμμάτων προσαρμογής, χρήζει ενίσχυσης, από έναν νέο αποτελεσματικό μηχανισμό που θα προστατεύει μεν τις τράπεζες και τα δημόσια ταμεία από τους στρατηγικούς κακοπληρωτές, αλλά θα λαμβάνει πρόνοια για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις τα οποία εν μέσω κρίσης έχουν υποστεί πρωτοφανείς μειώσεις εισοδημάτων και εσόδων.

  Στην κατεύθυνση αυτή θα μπορούσαν να ενταχθούν οι παρακάτω ρυθμίσεις:

Η προστασία της επαγγελματικής στέγης και των λοιπών παγίων των επιτηδευματιών, όταν αποτελούν μοναδικό μέσο αναπαραγωγής και διατήρησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Η δυνατότητα υπαγωγής στη ρύθμιση χρέους πρώην επαγγελματιών που δεν διατηρούν την ιδιότητα του επιχειρηματία, αλλά είχαν λάβει δάνειο και διέκοψαν την επιχειρηματική δραστηριότητα εντός της κρίσης.

Σε ότι αφορά τις οφειλές παλαιών ασφαλιστικών εισφορών, να υπάρξει πάγωμα των χρεών, με δυνατότητα συνταξιοδότησης κατά την θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος.

Τέλος είναι αναγκαία η θέσπιση ενός μοναδικού ακατάσχετου επιχειρηματικού λογαριασμού ανά επιχείρηση, ο οποίος θα εξυπηρετεί όλες τις οικονομικές συναλλαγές της.

Είναι σαφές ότι θωρακίζοντας την επιχειρηματική δραστηριότητα, με το κατάλληλο νομικό πλαίσιο, θα υπάρξει επάνοδος  σε υγιή οικονομική κατάσταση και θα βελτιωθεί η εμπιστοσύνη μεταξύ κράτους, ιδιωτών και τραπεζικού τομέα.