Αναγκαία η σύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΡΒΕΛΗ, ΤΟΜΕΑΡΧΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΝΟΔΕ ΑΧΑΪΑΣ

Σύμφωνα με έρευνα του ΙΟΒΕ, για τους απόφοιτους της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης από το 2011 και έπειτα, η πραγματικότητα είναι αρκετά δύσκολη, με το 36% των αποφοίτων να είναι άνεργοι. Παράλληλα, σε σχέση με τους αποφοίτους παλαιότερων ετών, παρουσιάζεται αυξημένο το ποσοστό προσωρινής ή μερικής απασχόλησης. Αξίζει να σημειωθεί ότι, το ποσοστό απασχόλησης των ατόμων με τριτοβάθμια εκπαίδευση στην Ελλάδα είναι το χαμηλότερο στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς ομέσος όρος της ΕΕ των 28 πλησιάζει το 80%, ενώ ο ελληνικός μέσος όρος κινείται στο επίπεδο του 65% (στοιχεία 2016).

Αναφορικά με την κατεύθυνση που έχουν οι απόφοιτοι της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης στην αγορά εργασίας, τα στοιχεία δείχνουν ότι οι περισσότεροι εργάζονται σε κλάδους των υπηρεσιών. Ο κλάδος της «Εκπαίδευσης» απορροφά το μεγαλύτερο αριθμό (20,7% το 2016, έναντι 22,6% το 2008) και ιδιαίτερα μεταξύ των αποφοίτων των πανεπιστημίων όπου απασχολείται το ένα τέταρτο περίπου του συνόλου. Δεύτερη έρχεται η κατηγορία της Δημόσιας Διοίκησης και Άμυνας, που οι απασχολούμενοι στον κλάδο αυτό το 2016 αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 13,4% του συνόλου των απασχολούμενων με τριτοβάθμια εκπαίδευση. Τα ποσοστά αυτά διαφέρουν από το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος καταγράφει ποσοστό 16% στην Εκπαίδευση και 9% στη Δημόσια Διοίκηση-Άμυνα.

Το συμπέρασμα λοιπόν που προκύπτει είναι η βελτίωση της απόδοσης και της αποτελεσματικότητας της δημόσιας επένδυσης στην ανώτατη εκπαίδευση, με εξορθολογισμό του συνολικού μεγέθους και της περιφερειακής διάρθρωσης του συστήματος. Παρεμπιπτόντως χρειάζεται βελτίωση της σύνδεσης της Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας με την αγορά εργασίας και την επιχειρηματικότητα, με «αλλαγή έμφασης και προσανατολισμού των εκπαιδευτικών και ερευνητικών δραστηριοτήτων των ΑΕΙ, σε συνεργασία με εγχώριες και διεθνείς επιχειρήσεις». Για να  λειτουργήσουν όμως αυτές οι προϋποθέσεις, είναι αναγκαίο να δημιουργηθεί και το κατάλληλο επενδυτικό κλίμα. Τα διαθέσιμα όμως στοιχεία δεν προδικάζουν κάτι τέτοιο.

Οι επενδυτικές δαπάνες στο σύνολο της μεταποίησης υποχώρησαν κατά 3,5% το 2016, σε σχέση με το αμέσως προηγούμενο έτος, σύμφωνα με έρευνα του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) που διεξήχθη την περίοδο Μαρτίου - Απριλίου 2017.

Βάσει των αποτελεσμάτων της ίδιας έρευνας, από τις βασικές βιομηχανίες, στον κλάδο Μη Μεταλλικών Ορυκτών και τα Χημικά σημειώνεται άνοδος της τάξης του 5% και 9% αντίστοιχα. Από την άλλη πλευρά, πτώση της τάξης του 7,5% καταγράφηκε πέρυσι στις εκτιμήσεις των επενδύσεων στα Τρόφιμα - Ποτά - Καπνός, επίδοση που λόγω της σχετικής σημασίας του κλάδου επηρεάζει τελικά και το σύνολο της βιομηχανίας. Ακόμη μεταξύ των λοιπών κλάδων, στον Μηχανολογικό εξοπλισμό και τις Ηλεκτρικές μηχανές και συσκευές καταγράφεται για την προηγούμενη χρονιά μείωση στην επενδυτική δραστηριότητα.

Στο διεθνές περιβάλλον, το κλίμα διαγράφεται ιδιαίτερα θετικό για το 2017 και 2018. Η παγκόσμια οικονομία και ειδικότερα η Ευρωζώνη αναπτύσσονται με τον υψηλότερο ρυθμό από το 2011. Το παγκόσμιο εμπόριο διευρύνεται σημαντικά, σε ένα νομισματικό πλαίσιο που παρέχει άφθονη ρευστότητα σε ιστορικά χαμηλό κόστος, με αισιόδοξες χρηματαγορές χωρίς υψηλή μεταβλητότητα, και με τους δείκτες καταναλωτικής και επιχειρηματικής εμπιστοσύνης σε υψηλά επίπεδα δεκαετίας.

Ωστόσο ο ρυθμός ανάπτυξης της χώρας μας, παραμένει χαμηλότερος του αναγκαίου ώστε να ξεφύγουμε από την κρίση. Δεν εκμεταλλευόμαστε επαρκώς την θετική διεθνή οικονομική συγκυρία. Είναι ανάγκη για μεγάλου εύρους θεσμικών παρεμβάσεων, με στόχο την αναβάθμιση της δημόσιας διοίκησης, της ποιότητας της δικαιοσύνης, της παιδείας, την προσέλκυση επενδύσεων και γενικότερα την προσαρμογή της οικονομίας μας στις σύγχρονες διεθνείς απαιτήσεις. Παράλληλα απαιτείται και η εξεύρεση εναλλακτικών πηγών χρηματοδότησης με εξωστρέφεια, διεθνοποίηση και αξιοποίηση των νέων τεχνολογιών.