Ο τουρισμός ως πυλώνας οικονομικής σταθερότητας και ανταγωνιστικότητας

ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΚΑΡΒΕΛΗ, ΤΟΜΕΑΡΧΗ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΝΟΔΕ ΑΧΑΪΑΣ

Μετά από μια παρατεταμένη περίοδο ύφεσης, όπου σημειώθηκε συνολική πτώση του ΑΕΠ κατά 26,5%, ο τουρισμός έχει γίνει ο πραγματικός «εθνικός πρωταθλητής» στον αγώνα για μια εξωστρεφή ελληνική οικονομία. Έχει πλέον αρχίσει να εντυπώνεται με τον πλέον ξεκάθαρο τρόπο, ότι είναι η διέξοδος από την κρίση, η οποία ταλανίζει ατέρμονα τη χώρα μας.

Τούτο, στηρίζεται σε δύο πολύ βασικά επιχειρήματα. Με βάση τις αναλύσεις, φαίνεται ότι ανάκαμψη του ΑΕΠ, μπορεί να συντελεστεί κατά κύριο λόγο, με τον εξαγωγικό αναπροσανατολισμό της ελληνικής οικονομίας, τόσο μέσω των εξαγωγικών αγαθών όσο και του τουρισμού, με περισσότερο από το 90% των εσόδων να προέρχονται από το εξωτερικό και μάλιστα σε ένα παγκόσμιο και ιδιαίτερα ανταγωνιστικό περιβάλλον. Ταυτόχρονα δε, σύμφωνα με τα στοιχεία της Έρευνας Εργατικού Δυναμικού, στην αιχμή της λειτουργίας του, ο τουριστικός τομέας απασχολεί, πλέον, περισσότερο από το 10% του εργατικού δυναμικού της χώρας. Είναι ο 3ος μεγαλύτερος σε αριθμό απασχολούμενων, μετά το εμπόριο και τον πρωτογενή τομέα, αφήνοντας πίσω του τη μεταποίηση και το Δημόσιο. Ο τομέας του ελληνικού τουρισμού αποτελεί μέρος μιας δυναμικά αναπτυσσόμενης διεθνώς δραστηριότητας, η οποία αναμένεται να ενισχυθεί περαιτέρω για το 2017 με ρυθμό άνω του 4%. Τα στοιχεία για τις οικονομίες των βασικών μας αγορών, συμπεραίνουν ότι η εισαγωγή υπηρεσιών, άρα και τουρισμού, από τις χώρες αυτές αναμένεται να αναπτυχθεί με ταχύτερο ρυθμό σε σχέση με το ΑΕΠ τους και την ιδιωτική τους κατανάλωση. Συνεπώς, στην κατάσταση που βρίσκεται η ελληνική οικονομία, η συμβολή του τουριστικού προϊόντος μπορεί να συνεισφέρει φέτος μια επιπλέον μονάδα στο ΑΕΠ της χώρας.

Το τουριστικό προϊόν όμως, σε αντίθεση με τις εξαγωγές, καταναλώνεται εντός της χώρας που το παρέχει, επομένως είναι το μόνο εξαγόμενο προϊόν που υπόκειται σε επιβολή ΦΠΑ. Αυτή η ιδιαιτερότητα κάνει όλες τις ανταγωνίστριες μας χώρες ιδιαίτερα προσεκτικές στο ύψος του ΦΠΑ που επιβάλλουν στην διαμονή, την εστίαση και στις άλλες τουριστικές υπηρεσίες. Δυστυχώς η χώρα μας επιβάλλει εξαιρετικά μη ανταγωνιστικούς συντελεστές ΦΠΑ 13% στη διαμονή και 24% σε εστίαση, μεταφορές κλπ, δηλαδή μέσο όρο 16% -18%, διπλάσιο από τους ανταγωνιστές μας που κινούνται μεταξύ 8% και 10%.

Άρα απαιτούνται ευέλικτες πολιτικές, μεταξύ κράτους και επιχειρήσεων που θα δημιουργήσουν τις κατάλληλες συνθήκες ώστε να υλοποιηθούν οι απαραίτητες επενδύσεις στη χώρα μας. Και άμεση προϋπόθεση για την δημιουργία φιλοεπενδυτικού περιβάλλοντος, είναι πρώτα απ’ όλα, η ύπαρξη σταθερού φορολογικού πλαισίου. Επίσης απαιτείται τεχνογνωσία, αποφασιστικότητα και συνεργασία Πολιτείας, τραπεζικού συστήματος και επιχειρηματικού κόσμου, για την επεξεργασία και υλοποίηση ρεαλιστικών πολιτικών που θα ενισχύουν και δεν θα επιβαρύνουν την υγιή επιχειρηματικότητα, αφού μόνο αυτή μπορεί να φέρει την ανάπτυξη, τα δημόσια έσοδα και την απασχόληση.

Είναι εθνική υποχρέωση η ενίσχυση του μοναδικού παραγωγικού τομέα που παρουσιάζει στοιχεία σταθερότητας τα οκτώ τελευταία χρόνια της κρίσης, προσφέροντας σημαντική υποστήριξη στις τοπικές κοινωνίες.

Η χώρα μας μπορεί να γίνει ηγέτιδα, παγκοσμίως, στην παροχή υπηρεσιών υψηλών προδιαγραφών και να συμπαρασύρει έτσι τον πρωτογενή τομέα, τη μεταποίηση, τις κατασκευές, τη βιομηχανία. Αυτός είναι ο εφικτός δρόμος για την ανασυγκρότηση της επιχειρηματικότητας και την περαιτέρω ενίσχυση της ελληνικής οικονομίας.