Και δεύτερο "δίδυμο" στέγαστρο με αμίαντο στο παλιό λιμάνι της Πάτρας- Το αργότερο μεθαύριο τα αποτελέσματα για τις επιπτώσεις στην υγεία

το δεύτερο κτίσμα δεν εχει χαρακτηριστεί ετοιμόρροπο ενώ επίσης έχει δείξει για αυτό ενδιαφέρον η εταιρεία νεώτερων μνημείων

Το στέγαστρο που κατέρρευσε στο παλιό λιμάνι της Πάτρας, στο κομμάτι που έχει παραχωρηθεί στο Δήμο Πατρέων με τη σύμβαση προσωρινής παραχώρησης, και έχει αποχαρακτηριστεί από χερσαία λιμενική ζώνη, έχει σύμφωνα με πληροφορίες του tempo24.news  και ένα δίδυμό του στην αριστερή πλευρά από το μώλο της Αγίου Νικολάου περίπου στο ύψος της οδού Νόρμαν, σε στεγασμένο χώρο που εξακολουθεί να ανήκει στον Οργανισμό Λιμένα Πατρών.

Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, το δεύτερο αυτό πανομοιότυπο κτίριο το οποίο είναι επίσης κατασκευασμένο από  αμίαντο, έχει ελεγχθεί στο πλαίσιο των ελέγχων που έγιναν πριν την φονική κατάρρευση και έχει κριθεί στατικά επαρκές και επισκευάσιμο. 

Προκαλεί ωστόσο πολύ μεγάλο προβληματισμό στον Οργανισμό Λιμένος, τόσο το γεγονός ότι αυτό έχει επίσης μεγάλες ποσότητες αμιάντου, υλικού που κρίνεται ακατάλληλο για τη δημόσια υγεία, όσο και το γεγονός ότι τέτοιου ύψους κτίρια αποκόβουν την ορατότητα της πόλης προς τη θάλασσα και αποβαίνουν επί της ουσίας δυσλειτουργικά. Μια σκέψη είναι να αντικατασταθούν τα στοιχεία αμιάντου με άλλα στοιχεία από χαλκό, ενώ υπάρχουν και φωνές που εκφράζουν απόψεις για την απομάκρυνση του κτίσματος. 

Οι αποφάσεις για αυτό το δεύτερο στέγαστρο και για άλλα κτιριακά στοιχεία εντός του παλιού λιμανιού, σε χώρο διοκτησίας του, αναμένεται να ληφθούν από τον ΟΛΠΑ στα τέλη του Αυγούστου. 

Οι πληροφορίες πάντως αναφέρουν ότι και για αυτό το δεύτερο στέγαστρο έχει εκφραστεί ενδιαφέρον από την εφορία νεωτέρων μνημείων οπότε οι όποιες αποφάσεις μπορεί να προσκρούσουν στα ίδια γραφειοκρατικά ζητήματα. 

Στο μεταξύ τα συντρίμια του αμιάντου έχουν καλυφθεί με ύφασμα ενώ αύριο, το αργότερο μεθαύριο το πρωί, αναμένονται τα αποτελέσματα της εταιρείας που έχει αναλάβει τις μετρήσεις για τις επιπτώσεις του θρυματισμένου αμιάντου στην πόλη και την υγεία των πολιτών. 

Γ. Κοντογεωργοπούλου